Θέσπις

Προσωπική δημιουργία, αναθεωρήσεις ιδεών και διαταράξεις ιδεοληψιών

ΗΔΥΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ (παρωδία)

Posted by Thespis στο Απρίλιος 11, 2008

Το θεατρικό έργο ΗΔΥΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ του Γιώργου Φωτεινού είναι παρωδία του κλασικού αριστουργήματος του Σοφοκλέους ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ.

Η παρωδία και η σάτιρα, όπως είναι γνωστό, αποτελούν χαρακτηριστικά των Ελλήνων από την αρχαιότητα. Από την εποχή της «Βατραχομυομαχίας» (5ος αι. π.Χ.) που ήταν εύθυμη παρωδία της Ιλιάδας του Ομήρου (πιθανότατα του Πίγρη από την Αλικαρνασσό), μέχρι τον ιδιοφυή Αριστοφάνη και τους άλλους ποιητές της κωμωδίας και μέχρι τους σατιρικούς ποιητές (Αντιφάνης, Τίμων ο Φλιάσιος κλπ) και τους σατιρικούς συγγραφείς με κορυφαίο τον Λουκιανό. Η παρωδία και η σάτιρα άνθισε κατά την αρχαιότητα δίνοντας αριστουργήματα από τεχνική, λογοτεχνική και θεατρική άποψη, διακωμωδώντας γνωστά έργα και τέρποντας τους προγόνους μας στα αρχαία θέατρα, στα συμπόσια και στις δημόσιες εκδηλώσεις.
Τα τραγικά αριστουργήματα και η (πετυχημένη) παρωδία τους αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: Και οι δύο τεχνικές αναπαριστούν την πραγματικότητα ωθώντας την στα άκρα είτε από την τραγική είτε από τη φαιδρή της οπτική, που εντέλει συνυπάρχουν και οι δύο αλληλένδετες σε κάθε εκδήλωση της ζωής. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που η σάτιρα και η διακωμώδηση τραγικών καταστάσεων υπήρξαν λυτρωτικές αλλά και αποκαλυπτικές λειτουργώντας σαν το κλειδί που διευρύνει το νου στην κατανόηση των φαινομένων.

Στο παρόν έργο, προτίμησα να παραμείνω όσο το δυνατό στην εποχή αλλά και στους βασικούς άξονες του κλασικού Οιδίπου Τύραννου όπως έφτασε μέχρι τις μέρες μας από τον Σοφοκλή. Κράτησα δηλαδή την έναρξη του Σοφόκλειου έργου, μεγάλο μέρος του κυρίως θέματος αλλά και το φινάλε στους ίδιους άξονες ανάπτυξης, διατηρώντας παράλληλα το «σασπένς» που ο μεγάλος ποιητής εισήγαγε σ’ αυτή την τραγωδία του και το διατηρεί σ’ όλη της τη διάρκεια.
Πραγματικά, ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή είναι το μοναδικό διασωθέν έργο του 5ου αι. που η πλοκή του είναι, θα λέγαμε με τη σημερινή ορολογία, «αστυνομική». Μια συνεχής και επίμονη αναζήτηση από τον τραγικό ήρωα για τις συνθήκες που οδήγησαν στο φόνο ενός βασιλιά αλλά και στις επιπτώσεις των δραματικών αποκαλύψεων που σταδιακά, μία – μία και σαν χιονοστιβάδα, τον ακολουθούν μέχρι το τελικό χτύπημα.

Η πορεία αυτών των σταδιακών αποκαλύψεων διατρέχουν και το παρόν έργο. Με τη διαφορά ότι οι τραγικοί τόνοι, οι διάλογοι και οι δοκιμασίες των ηρώων υπακούουν στους κώδικες και τους κανόνες της παρωδίας, της αλλοίωσης δηλαδή όλων των στοιχείων που συνθέτουν το δράμα υπό την κωμική και φαιδρά τους μεγέθυνση και οπτική. Το κλάμα άλλωστε με το γέλιο (ο γνωστός κλαυσίγελος) διαχέεται στην καθημερινότητά μας ακόμη και στις χειρότερες συμφορές.

Για την πραγματοποίησή του ακολούθησα κανόνες που είτε οι αρχαίοι πρόγονοι εισήγαγαν πρώτοι (με τις ποιητικές τους παρωδίες δραμάτων και επών και με τα σατυρικά τους έργα), είτε επιλέγοντας επιμέρους κώδικες της κωμωδίας από την πλούσια θεατρική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών. Διατηρώντας παράλληλα κλασικές και ψευδοβερμπαλιστικές φόρμες ώστε να διατηρείται η ψευδαίσθηση της παραδοσιακής μορφής της τραγωδίας. Σε κάθε περίπτωση, φροντίζοντας προσεκτικά για τις ισορροπίες ώστε σαν σύνολο το έργο να διατηρεί το κέντρο βάρους του, τη δομική του σταθερότητα αλλά και την καθαρότητα της σκηνικής του παρουσίας.

Οι διάλογοι υπακούουν – στο μεγαλύτερο μέρος του έργου – στη μορφολογία του δεκαπεντασύλλαβου και της ζευγαρωτής ομοιοκαταληξίας όπου στη σατιρική εκδοχή μετά από τον Σουρή διέπρεψε κυρίως ο Μποστ. Ασφαλώς και είμαι επηρεασμένος από τους δύο μεγάλους αυτούς δασκάλους. Ωστόσο, το κύριο μέλημά μου ήταν όχι η απαράβατη προσαρμογή στη φόρμα όσο κυρίως η ρέουσα γλώσσα, ώστε να διευκολύνεται στην εκφορά και στις συναισθηματικές της αποχρώσεις ο ηθοποιός.

Καλή ανάγνωση…

Το έργο που ακολουθεί παρακάτω διαθέτει Αριθμό Αδείας Κατοχής Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Για οποιασδήποτε μορφής αναπαραγωγή, διασκευή ή παρουσίαση του κειμένου (έντυπη, θεατρική, ραδιοφωνική, δημόσιας ανάγνωσης κλπ) απαιτείται η έγγραφη άδεια του συγγραφέα. Για διαδικτυακή αναπαραγωγή σε ιστοσελίδες, bloggs κλπ απαιτείται απλώς η αναφορά στο παρόν blog.

Γιώργου Φωτεινού

Ηδύπους Τύραννος



(Είσοδος του Χορού των Θηβαίων επί σκηνής.


Ο βασιλεύς Οιδίπους ίσταται ορθός κι ευθυτενής επί της κλίμακος των ανακτόρων).


ΧΟΡΟΣ:
Ω συμφορά απρόσμενος, κακό πολύ μεγάλο

την πόλη μας εχτύπησε.
Κλαίει η Θήβα και θρηνεί, βογκά, στηθοχτυπιέται

μας καταρρώνται οι θεοί γιατ’ είναι θυμωμένοι˙

λίβας σαρώνει τα σπαρτά και μας τα αφανίζει
μαραίνουν τα γεννήματα, τα σιτηρά, τα στάχυα
καρπούς τα δέντρα δε γεννούν, τα ζωντανά ψοφούνε

και φάσμα μας επαπειλεί σφοδράς λιμοκτονίας.
Γι αυτό εμπρός σου ικέτιδες προσπέφτομεν, Οιδίπου,
εσέ που σαν σωτήρα της σε βλέπει όλ’ η πόλη
κάποι’ ανακούφιση να βρεις σ’ αυτά τα βάσανά μας.
Σώσε μας άναξ, σώσε μας, τι θα μας κάψει ο λίβας!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:

Ω τέκνα της εφτάπυλης και πολυπάσχου Θήβας
γενιά του Κάδμου που δεινά πολλά σας έχουν πλήξει
τα βάσανά σας αγρικώ κι ακούω σας το θρήνο.
Όταν τα χέρια υψώνετε ικέται προς τον Δία
όταν τη χώρα τυραγνά λιμός και σιτοδεία
όταν οι υπηκόοι μου οικτρώς ταλαιπωρούνται
εγώ πώς να ’μαι αδιάφορος σε τόση συμφορά;
Δια τούτο, αφού σκέφτηκα, πρωτοβουλία επήρα
κι απέστειλα πρεσβεία με δώρα στο μαντείο.
Ίσως βοηθηθώμεν δια το τι δει να πράξομε
από τον δελφικό χρησμό ευθύς μόλις δοθεί.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Εχέφρων είν’ η σκέψις σου, ορθή τε και σοφή
να μάθουμ’ επιτέλους τι θέλουν οι θεοί…
ΧΟΡΟΣ:
Τι το ανόσιον κάμαμε δια να εξοργισθούν
σαν τι πρέπει να πράξομε δια να εξευμενισθούν.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Πρέσβητα ποίον έστειλες εις το μαντείο των Δελφών;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τον Κρέοντα απέστειλα, της άνασσας τον αδελφόν.
Τον έχω στείλει απ’ τα προχθές˙ θα ’πρεπε ήδη να ν’ εδώ…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μ’ αυτός δεν ειν’ που έρχεται; Για μια στιγμή να ιδώ…
ΧΟΡΟΣ:
Μα ναι, ο Κρέων είναι που προβάλλει κατά δω˙
ω θεοί, ας κάμετε να πήρε το χρησμό.


(Εισέρχεται ο Κρέων επί της Σκηνής)

ΚΡΕΩΝ:
Χαιρετώ σας, πολίτες Θηβαίοι˙ χαιρετώ σε βασιλιά.
Και ναι, σας φέρνω τον χρησμόν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τι συμβουλεύουν το λοιπόν από το Φοίβου το ιερόν;
ΚΡΕΩΝ:
Δημόσια να μιλήσω θες ή κεκλεισμένων των θυρών;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Με ξεύρεις να ’χω μυστικά; Πες, να τ’ ακούσουν όλοι!
ΚΡΕΩΝ:
Το μίασμα θα πρέπει να διώξουμ’ απ’ την πόλη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μίασμα; Ποίο μίασμα; Για μίλα καθαρά…
ΚΡΕΩΝ:
Μίασμα ο Φοίβος εννοεί τον στυγερό φονιά
που ως τώρα μένει ασύλληπτος, γλιστρώντας σαν το χέλι!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μη θες να σου τα βγάζουμε όλα με το τσιγκέλι;
Για ποιον φονιά μιλάς, ω μα τον Ηρακλέα!
ΚΡΕΩΝ:
Για τον φονιά του Λάιου, του πρώην βασιλέα.
Αυτόν, που ακόμα λεύτερος στη χώρα τριγυρνά.
Και μόνο σαν τιμωρηθεί θα πάψουν τα δεινά.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μα ναι…
Πριν γίνω βασιλεύς και προ αλήστων χρόνων
ο Λάιος βασίλευε σ’ αυτόν εδώ τον θρόνον.
Η χήρα η γυναίκα του, η όμορφη Ιοκάστη
αφού τον δολοφόνο του βαριά εκαταράστει
έγινε σύζυγός μου κι εγώ πια την ορίζω.
Μα ο Λάιος πώς πέθανε; Αυτό δεν το γνωρίζω.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Αχ, είναι μια πολύ πικρή και θλιβερή ιστορία˙
κάθε που τη θυμόμαστε μας πιάνει υστερία.
Κλαίμε, θρηνούμε γοερά με μάτια βουρκωμένα…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Κάμε κουράγιο γέροντα και πες την και σ’ εμένα.
Θέλω να μου τα διηγηθείς με κάθε λεπτομέρεια.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Αχ κι από πού ν’ αρχίσω, όπου πονάω πλέρια!…
Επήγαινε ταξίδι στη χώρα των Τρικκίων
– συνοδευόταν μάλιστα εξ’ αυλικών οικείων˙
όλοι τους χειροδύναμοι, φρουρά τρόπον τινά.
Μα κάπου κει στα Τρίκκαλα, κοντά στα δυο στενά
τους στήσανε μιαν άνανδρη και δόλια παγανιά.
Τους ριχθήκανε λησταί με μαχαίρια και πριόνια
τους κατέσφαξαν αγρίως δίχως οίκτο και συμπόνια.
Τον Λάιο τον ίδιο τον σύραν απ’ την άμαξα
και τον κατακρεούργησαν απάνθρωπα και βάναυσα.
Δεν λυπηθήκαν τη λευκή, σεβάσμιά του κόμη˙
τον άρπαξαν σκαιότατα ενώ έσκουζε ακόμη
κι αρχίσαν να τον πελεκάν μ’ ωμότητα κτηνώδη.
Του κόψανε με το μπαλτά τ’ αριστερό του πόδι˙
του ξερίζωσαν τη μύτη, του ξεκοίλιασαν τα εντόσθια
του εβγάλανε τη σπλήνα, του τραβήξαν τα συκώτια
και του κόψαν φέτες φέτες και τα δυο του κωλομέρια…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Καλά, δεν χρειάζεται δα και τόση λεπτομέρεια…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Ψάχναμε τα κομμάτια του˙ να ’βλεπες θρηνωδία!
Και μεσ’ στο ματωμένο του τα βάζαμε μανδύα…
ΚΡΕΩΝ:
Η Βοιωτία θρήνησε, εβόγγηξαν οι Θήβαι!…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Τον φέραν στη βασίλισσα˙ σπάραξε σαν τον είδε…
Έσκουζε, χτυπιόταν, στηθομαλλιοδερνόταν
«Ω η χαροκαμένη που χήρα τώρα γίνηκα!…»
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σωπάτε˙ συγκινήθηκα…
ΚΡΕΩΝ:
Ενταφιάσθη ως αρμόζει, με τιμάς και με φροντίδα
εναποθέσαμε μαζί και τη χρυσή του την ασπίδα
τη χλαίνη, το χιτώνα του, κολόβιον, τη σκελέα…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Κι έτσι απομείναμ’ ορφανοί, με δίχως βασιλέα.
Την εξουσία ο Κρέοντας ορέγονταν ν’ αρπάξει
μα ’χαμε κείνον τον καιρό σφοδρώς κατατρομάξει
από τη Σφίγγα, που όλους μας μάς είχε αναστατώσει
κι είπαμε, όποιος ήρωας μπορεί να την σκοτώσει
αυτός να γίνει βασιλιάς, χαλάλι του το στέμμα.
Ο Κρέων το επεχείρησε
μα σαν την είδε από μακράν του πάγωσε το αίμα.
Κι ενώ μας προξενούσε η Σφιγξ του κόσμου τα δεινά
ήρθες απρόσμενα εσύ, έτσι, από το πουθενά.
Ξένος από τα μέρη μας, σαν διαβατάρης νέος
μα απεδείχθης ευφυής, πονηρός μα και γενναίος.
Με τρόπο αξιοθαύμαστο και γενναιοφροσύνη
εσκότωσες τη Σφίγγα, κι από ευγνωμοσύνη
το χέρι σού προσφέραμε της τεθλιμμένης χήρας.
Μαζί της σ’ ενυμφεύσαμε, σ’ ανοίξαμε τας θύρας
κι εκάθισες στο θρόνο μας, σύζυγος βασιλίσσης
για να ’σαι συ ο βασιλιάς και να μας κυβερνήσεις.
Μα επειδή μας τυραννάς κι είμαστε να μας κλαίνε
Τύραννο σ’ ονομάσανε κι Οιδίπου Τύραννον σε λένε.
ΧΟΡΟΣ:
Ω Τύραννε Οιδίποδα γιατί μας τυραννάς
τη χώρα αυτή που με πυγμή Συ τώρα κυβερνάς
ο Κάδμος θεμελίωσε, μετά οι Λαβδακίδες
μα έσβησεν ο σπόρος τους και τώρα μην τους είδες!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:

Ακούστε την απόφαση λοιπόν που έχω λάβει.
Μετά από την ανήκεστο και βαρυτάτη βλάβη
που έπληξε τη χώρα μας και τη σαρώνει ήδη
– απότοκο της στυγεράς σφαγής του Λαβδακίδη –
εκδίδω τώρα διαταγή και να τη μάθουν όλοι˙
εις όλα τα περίχωρα, σ’ ολόκληρη την πόλη.
Γι αυτόν, που ειν’ υπαίτιος για ό,τι μας μαστίζει
θα ν’ η τιμωρία του σκληρά όπως του αξίζει.
Ψάξτε κάθε κρησφύγετο και πιθανή γωνιά
και φέρτε μου πισθάγκωνα του Λάιου τον φονιά.
Μη φείδεσθε του χρόνου σας, ψάξτε μ’ οργή και μένος˙
διεξάγητε τας έρευνας ομού κι επισταμένως
κι ανακαλύψατέ την τη γιάφκα που ν’ κρυμμένος.
Η διαταγή είναι διαρκής κι ενώπιον θα τεθεί
της βασιλίσσης πάραυτα για να επικυρωθεί.
ΧΟΡΟΣ:
Ω μα να την που ’ρχεται η πρώτη, η λατρεμένη,
η άνασσα, η βασίλισσα, η πολυαγαπημένη!

(Πράγματι, εκ της θύρας των ανακτόρων εισέρχεται η Ιοκάστη επί της Σκηνής).

ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μα τ’ είναι τούτες οι κραυγές κι οι φωνασκίαι, τι συμβαίνει;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω λατρευτή,
εκπρόσωποι είναι του λαού, κι είν’ αναστατωμένοι.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Κι ο λόγος;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Ω άνασσα,
ήρθαμε να προσπέσομε στα πόδια ταπεινά
να βρούμε πού οφείλονται της Θήβας τα δεινά.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
… Μα τι λένε; Τίποτα δεν κατάλαβα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Λένε ω φιλτάτη
πως έχει έρθει ο χρησμός απ’ το μαντείο των Δελφών.
Και λέει πως πρέπει να βρεθεί του Λάιου ο φονιάς…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Του Λάιου;!…
ΚΡΕΩΝ:
Του Λάιου, αδελφή. Του άντρα σου του πρώην.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Που άνωθεν του τάφου του ενσπείραμε τη χλόην;
ΧΟΡΟΣ:
Κι ο άγριος χαμός του
άχθος μας επροκάλεσε πικρό σαν την αλόην!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω τι μου ενθυμίζετε! Ήτο καλός ο Λάιος!
Το σκότωσαν σαν το σκυλί˙ θυμάμαι ήταν Μάιος…
Τον επροειδοποίησα˙ πρόσεχε,
πέρα εκεί στα δύσβατα και τ’ άγρια τα όρη
να μη σ’ επιτεθούν ληστές ή τίποτα μοβόροι.
Γιατ’ είναι κρίμα, έτσι βαριά να μας χτυπήσ’ η μοίρα˙
εσένα να σε θάψουνε κι εγώ να μείνω χήρα.
Μειδίασε καγχαστικώς.
«Γλυκειά μου γυναικούλα, ξέρεις οτ’ είμ’ εφτάψυχος.
Κι όλοι σας ν’ αποθάνετε, εγώ θα ζω ως δρυς
αφού από το μούλικον εγλύτωσα νωρίς…»
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Το μούλικον; Τι ήτο αυτό το μούλικον;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ένα μωρόν που εκάναμε.
Χαριτωμένο και γλυκό, μα λίγο ασχημούλικον.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Και σαν τι απέγινε εκείνο το μωρόν;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω μη μου το ενθυμίζετε!…
Ο Λάιος έστειλε χρησμό να πάρει απ’ τους Δελφούς
και ο χρησμός που πήραμε μας τάραξε, πανιάσαμε.
Μιλάμε, ωχριάσαμε!
ΧΟΡΟΣ:
Μα ήτο τόσον τρομερός εκείνος ο χρησμός;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ναι μα την Ταϋγέτη!
ΧΟΡΟΣ:
Ω Βάκχε Αμφικλειονεύ κι Απόλλων μουσιγέτη
γιατί να κατατρύχετε μ’ αείποτη ενδελέχεια
στο βίο των κοινών θνητών βασάνους και ανέχεια…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σωπάτε για ν’ ακούσουμε επιτέλους τη συνέχεια!…
Τι έλεγε ουν ο χρησμός, ω χαριτόβρυτος;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Προέβλεπε για το μωρόν
που με ετούτους τους μαστούς εγώ το ’χα βυζάξει…
Προέβλεπε πως κάποτε
αγρίως τον πατέρα του με μίσος πως θα σφάξει!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πω πω˙ μια σταλιά μωρό!
ΧΟΡΟΣ:

Μια σταλιά μωρό! Ιω ιω ιω!

ΙΟΚΑΣΤΗ:
Και δεν ήταν μόνο αυτό…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Έχει και παρακάτου;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Δεν ήταν που θα σκότωνε μονάχα τον μπαμπά του
αλλά θα παντρευότανε μετά και τη μαμά του.
Εμένα, τη μητέρα του, θα μ’ έβαζε από κάτου!
Εμένα, το μπασμένο! Εμένα! Τη μάνα που το εγέννα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πω πω˙ μια στάλα νεογνόν!
ΧΟΡΟΣ:
Μια στάλα νεογνόν! Ιω ιω ιω!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ακόλαστο ως τα μπούνια του!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δεν το ’πνιγες στην κούνια του;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αυτού ήθελα να καταλήξω…
ΚΡΕΩΝ:
Ω μα τους θεούς, νομίζω πως θα φρίξω!
Το πνίξατε στην κούνια του;! Κάματε τέτοια πράξη;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Όχι καλέ, πως σου ’ρθε˙ Θεός φυλάξει!
Απλώς μια μέρα επήγαμ’ εκδρομή εις το βουνό

– ετοιμαστήκαμε κι εφύγαμε νωρίς˙ πουρνό πουρνό –
και ανεβήκαμε ψηλά, βαθιά μέσα στα δάση
– είχαμε άρτον, όσπρια, ντολμάδες που ΄χα βράσει…

Κι ήτο μια μέρα ηλιόλουστος, πουλάκια κελαηδούσαν
και γύρω μας οι ρύακες κελαριστά κυλούσαν.
Εγώ έτρεχα χαρούμενη, ο Λάιος μασουλούσε
και το μωρό στα τέσσερα συνέχεια μπουσουλούσε.
Τι ευτυχείς που ήμασταν! Κι ο Λάιος, παρακάτου,
εις έναν θάμνον κρύφτηκε κι έκαμε τα κακά του.
Τι οικογενειακαί στιγμαί! Τι όμορφη εποχή!
Μα ξάφνου, απροσδόκητα, μας έπιασε βροχή.
Μιλάμε καταρρακτωδώς. Αμέσως τα μαζέψαμε
και άρον άρον φύγαμε και σπίτι επιστρέψαμε.
Μουσκίδι ως το κόκαλο˙ ανάψαμε το τζάκι
– του ’φερα κι ένα στεγνό του Λάιου πανωβράκι –
και βγάζω πάνες καθαρές, ζεσταίνω αμέσως και νερό
για να προλάβω γρήγορα ν’ αλλάξω το μωρό
– μην αρπάξει το καημένο καμιά πούντα και κρυώσει.
Ο Λάιος στον κόσμο του, κάθησε να στεγνώσει.
Μα άνθρωπέ μου, του ’πα, μην είσαι εγωιστής
φέρε μου πρώτα το μωρόν κι ύστερα να ξεκουραστείς.
«Το μωρόν;» μου είπε. «Ποιο μωρόν,
δεν το κρατούσα εγώ˙
εγώ είχα παραμάσχαλα τον οίνον και το κολατσιό».
Καλέ μου εγώ, του είπα, κουβάλαγα μπαγκάζια
επομένως το μωρόν εσύ το είχες πάρει.
Τι λες μωρή, μου λέει, δε θα το ’παιρνα χαμπάρι;
Βρε αναίσθητε, ξεφώνισα, ξέχασες μεσ’ στο δάσος το παιδί σου;!
Δεν ξεύρω τι μ’ απήντησεν, θαρρώ «άει πηδήσου…»
Αρχίζω να ουρλιάζω εγώ και να πετώ κατάρας.
Τσαντίστηκεν τότε αυτός, μ’ άρχισε στας σφαλιάρας.
Μπήγω τους όνυχας εγώ τα μάτια να του βγάλω
– του έριξα και μια κλωτσιά κάτω απ’ τον καβάλο.
Μ’ αρπάζει αυτός απ’ τα μαλλιά, μη ρε του λέω, πονάει!
κι αρχίζει το κεφάλι μου να μου το κοπανάει…
Να μη σας τα πολυλογώ στα χέρια αρπαχτήκαμε˙
αλλά δεν κράτησε πολύ, σε λίγο αγαπηθήκαμε…
Πάντοτε με τον Λάιο, όποτε τσακωνόμασταν
σαν πιτσουνάκια παρευθύς και πάλι αγαπιόμασταν.
Στα νιάτα του ήτο βίαιος
– ενίοτε, εκνευρισθείς, μου εμαύριζε το μάτι –
μα όλα τα ξεχνούσαμε μετά, εις το κρεβάτι.
Αχ, έβγαζε τέτοια μουγκρητά σαν να κυλούσαν βράχοι
– μόνο που ήτο σύντομος˙ τελείωνε εν τάχυ.
ΧΟΡΟΣ:
Ω έρωτα, ανίκητε στη μάχη
που μας σβαρνίζεις όπου να ’ναι κι όπου λάχει.
Ω έρωτα, Κυθέρειε και μπιρμπιλομαργιόλη
πόσες φορές λαμπάδιασες την οικουμένη όλη!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Θ’ αποσυρθώ δι’ ολίγον εις τα ιδιαίτερά μου˙
τούτες οι ενθυμίσεις μου προξενούν στηθάγχη.

(Η Ιοκάστη εξέρχεται εκ της σκηνής, εις το εσωτερικόν του ανακτόρου).

ΧΟΡΟΣ:
Ω έρωτα, ανίκητε στη μάχη
μας ταλανίζεις μ’ αγωνίες και με άγχη.
Ω έρωτα, χαρμόλυπε, τρελέ σαν τη μαστούρα
πόσα κορόιδα φόρεσαν για σένα την κουλούρα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δεν ειν’ παρά μια σύμπτωσις μα ειν’ εκπληκτικόν˙
κι εγώ εδέχθην κάποτε παρόμοιο χρησμόν.
Σε ο,τι έχω ιερόν, στη μάνα που μ’ εγέννα
τα ίδια λόγια ακριβώς μου είπανε κι εμένα.
Γιατί σαν νέος κάποτε και τους κινδύνους αψηφών

είχα διέλθει και εγώ εκ του μαντείου των Δελφών.
Να μάθω προσδοκούσα τι λέει για μένα η μοίρα˙
σαν τι μου επεφύλασσε.
Τ’ αποφασίζω το λοιπόν κι εκ της Κορίνθου άγομαι
– εγώ από την Κόρινθον, ως ξέρετε, κατάγομαι.
Στην Κόρινθο γεννήθηκα κι από τρανής καταγωγής˙
χιλιάδες στη φαμίλια μου τα στρέμματα η γης
και με χιλιάδας πρόβατα, γελάδια, βόδια, γίδια.
Μεγάλωσα στα πούπουλα με πάμπολλα παιγνίδια.
Ο πατήρ μου ήτο πλούσιος και μάλιστ’ απ’ τους λίγους
με δούλους, υπηρέτας, είλωτας και κολίγους.
Και με λατρεύαν σαν τρελοί κι αυτός μα και η μάνα μου˙
με είχανε μοναχογιόν…
Να μη σας τα πολυλογώ και φεύγω απ’ την ουσία
διάδοχο με προόριζαν εις την περιουσία
όταν μια μέρα ο γέρος μου θα έκλεινε τα μάτια
και θα κληρονομούσα εγώ και γαίες και παλάτια.
Σαν νέος ασυλλόγιστα εξόδευα ενέργεια
ωστόσο με κατέτρωγε βαθιά μια περιέργεια˙
να μάθω ήθελα κι εγώ για τα μελλούμενά μου
κι όπως σας είπα, κίνησα με τα συμπράγκαλά μου
κι επήγα μέχρι τους Δελφούς, προσκύνησα τα θεία
κι αφού προσέφερα σπονδές με πάνε εις την Πυθία.
Γύρω τριγύρω οι ιερείς, στη μέση το τριπόδι
και η Πυθία πάνω εκεί καθόταν σταυροπόδι.
Το σκηνικό επιβλητικό – κεριά, μυσταγωγία –
κι αυτή μασούσε δάφνη μ’ αργή τελετουργία.
Βρισκόταν ήδη σ’ έκσταση – γύρω πολυελαίοι –
και αίφνης με εκοίταξε κι αρχίνησε να λέει…
Τίποτα δεν κατάλαβα.
Μιλούσε ακατάληπτα, με ασυναρτησίας
πλην όμως τα λεγόμενά της κρύβαν σημασίας.
Μου εξήγησ’ ο πρωθιερεύς κατόπιν, σαν τον είδα˙
κι απέμεινα αποσβολωθείς, μου ήρθε κεραμίδα!…
ΧΟΡΟΣ:
Τι σ’ απεκάλυψεν ο μέγας το λοιπόν ιεροφάντης
που της Πυθίας ερμηνεύει τα λεγόμενα ως μάντης;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πως λέει, τον πατέρα μου, που τόσα του εχρώσταγα

που όσα μου προσέφερε ποτέ δεν θα τα ξόφλαγα˙
αυτόν, που χάρισε σ’ εμέ ζωή και βίο ευοίωνον
κάποτε θα τον έσφαζα μ’ ένα σιδηροπρίονον!
ΧΟΡΟΣ:
Ω συμφορά βαρύτατη, τον κύρη του τον ίδιο
θα τον εσφάξει μια βραδιά σαν ινδικό χοιρίδιο!
Ω δόλιε, άβουλο εσύ του πεπρωμένου πιόνι
που πατροκτόνος θα γενείς φονιάς με το πριόνι!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Και όχι μόνον τούτο, μου ’πε κι άλλη φοβέρα…
ΧΟΡΟΣ:
Χειρότερη κι από αυτήν;!…
Ω μα το μαύρο Έρεβος, γεννήτωρ του Αιθέρα
που απ’ το σκότος έτεκεν η Νυξ εγκυμονούσα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μου είπε πως τη μάνα μου, που υπεραγαπούσα
που γάλα εκ του στήθους της αχόρταγα ρουφούσα˙
αυτήν που εκοιλοπόνεσε όταν στον κόσμο ερχόμουνα
αυτήν, εγώ ο φαύλος, θα την επαντρευόμουνα!
ΧΟΡΟΣ:
Ω συμφορά βαρύτερη, τη μάνα του την ίδια
θα την στριμώξει μια βραδιά επάνω στα σανίδια!
Πως θα ζητήσεις άφεσιν, ω δόλιε, στα στερνά σου
αφού απ’ έξω θα πετάς τα μάτια της μαμάς σου;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Αυτό εφοβήθην και εγώ, πού θα ’βρω καθαρμόν;
Πώς ν’ αποφύγω τοιούτον αδυσώπητο χρησμόν;
Θα πάρω, εσκέφθην, τα βουνά˙ μακράν, να ταξιδέψω˙
επ’ ουδενί ετόλμαγα στο σπίτι να επιστρέψω.
Τον εαυτό μου έτρεμα μην ξαφνικά μπουρδούκλωνα
κι έσφαζα τον πατέρα μου και τη μαμά μου χούφτωνα.
Τελών εν πλήρη σύγχυση και καταταραγμένος
ως κλέφτης φεύγω μακριά και σαν κυνηγημένος.
Μ’ ολίγον ψωμοκάσερο σ’ ένα μικρό δισάκι
περνούσα πόλεις και κωμές και κάθε χωριουδάκι
και ως αλήτης γύρναγα, σαν ένας ταξιδιάρης.
Κατήντησα ρακένδυτος, άπλυτος και βρομιάρης
εγώ, το αρχοντόπουλο κι ο πάλαι κανακάρης.
Να μη σας τα πολυλογώ
κάποτε μ’ οδήγησεν ο δρόμος στα χωριά σας
και όλα τ’ άλλα ειν’ γνωστά˙ έγινα βασιλιάς σας.
ΧΟΡΟΣ:
Πόσο βαριόμοιρα οι θεοί χτυπάνε τους ανθρώπους
με πόσους τους παιδεύουνε βασάνους τε και κόπους˙
και πόσον ευεργετική η θεϊκή των εύνοια
όταν τους ξαναδίνουνε τα χτένια και τα γένια!
ΚΡΕΩΝ:
Με το συμπάθιο βασιλεύ μα με παραξενεύουν
εκείν’ οι δύο οι χρησμοί που τόσο συγγενεύουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εις ποίους αναφέρεσαι;
ΚΡΕΩΝ:

Πήρες βαρύτατο χρησμό, πως σφάζεις τον πατέρα σου

κι ύστερα πως παντρεύεσαι την άμοιρη μητέρα σου.
Παρόμοιο χρησμό επήρε και ο Λάιος.
Κι αυτόν, ο γιος του έλεγε θα σφάξει τον πατέρα του
και θα παντρεύονταν μετά κι εκείνος τη μητέρα του.
Επέτρεψέ μου το λοιπόν να σε ξαναρωτήσω…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Όσο εσύ ξαναρωτάς, μπορώ να κατουρήσω;
ΚΡΕΩΝ:
… Είναι στιγμές που θα ’θελα να τον εστραγγαλίσω…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Με κάθε σέβας, βασιλεύ, και όσο να ουρήσεις
επέτρεψέ με και εμέ να εκφράσω μια δυο ρήσεις.
Πως γίνεται κι οι δυο χρησμοί ωσαύτως να ομοιάζουν
να λεν κι οι δυο για παντρειές και φόνους να εικάζουν;
Ετούτη η ομοιότητα δεν σου γεννά απορίας;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ουδόλως,
διότι μπορεί οι ιερείς να κάμνουν πανουργίας.
ΧΟΡΟΣ:
Ουδέποτε ακούσαμε παρόμοια θεωρία!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ίσως να έχουν έτοιμους χρησμούς στη λοταρία
κι έτσι να ξεμπερδεύουνε με δίχως φασαρία.
Βάζουν το χέρι στο κουτί, σου βγάζουν το χαρτάκι
στο σιγοψιθυρίζουνε κι εισπράττουν παραδάκι.
Σου λένε,
από κορόιδα γύρω μας γέμισ’ ο τόπος πήχτρα˙
βρε δεν τα κονομάμ’ εμείς παρά η χαρτορίχτρα;
ΚΡΕΩΝ:
Μα πως τον ανεχόσαστε, αυτό είναι βλασφημία!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ξέρετε πόσοι αφελείς, και ας μην έχουν μία,
βρίσκουν λεφτά και τ’ ακουμπάν σ’ αυτά τα ιερατεία;
Εξ’ άλλου ο πρωθιερεύς ειν’ ογδοηκοντούτης
ένα ραμολιμέντο, ένας γεροξεκούτης˙
του βγαίνουν και τα σάλια γιατί είναι φαφούτης…
ΚΡΕΩΝ:
Τι θες να είπεις δηλαδή, οτ’ ειν’ ξεμωραμένος;!!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:

Ειν’ και γερό ποτήριον, συνέχεια σουρωμένος.
Μπορεί σε μερικά χαρτιά, έτσι, ζαβλακωμένος,
ίδιους χρησμούς να έγραψε αν ήτο μεθυσμένος.
Προς αποκατάσταση λοιπόν της αληθείας
σας λέγω πως δεν πρόκειται παρά γι ανοησίας˙
απάτη, κοροϊδία και ασυναρτησίας…
ΚΡΕΩΝ:
Είσαι ιερόσυλος, αυτό είναι ντροπής!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Βρε δεν πα να κουρευτείς…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Έχει δίκιο ο Κρέοντας, ποτέ μη βλασφημείς˙
αν επαληθευθεί ο χρησμός θα σου ’ρθει κεραμίς…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Να όμως ο χρησμός που δεν επαληθεύθη
κι ουδέποτ’ ο Οιδίπους τη μάνα του ενυμφεύθη.
Έφυγ’ από τον τόπο μου κι άλλη γυναίκα πήρα
και μάλιστα βασίλισσα, ασχέτως που ’ναι χήρα.
Μπορεί να ’ναι μεγάλη, τα εξήντα να κοντεύει
στον έρωτα να ν’ ζωηρή, να με πολυπαιδεύει
μα απ’ όσα έλεγε ο χρησμός τίποτα δε συνέβη…
ΧΟΡΟΣ:
Μη βασιλεύ, μη λες πολλά και μετά φόβου μίλα…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δεν πήρα τη μητέρα μου, την Ιοκάστη επήρα
γι αυτό έχω στο στεφάνι μου προστάτιδα την Ήρα!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Δεν έχει άδικο σ’ αυτό, εδώ ο χρησμός εψεύσθη
εφόσον με τη μάνα του ποτέ δεν ενυμφεύθη.
Όμως βασιλιά μας, μη λοιδορείς χρησμόν˙
σκέψου πως πας στην Κόρινθο, έτσι, για τουρισμόν
και βρίσκεις τον πατέρα σου κι εκεί που αγκαλιάζεσθε
κι αναθυμάστε τα παλιά και αλληλοασπάζεσθε
σου λέει αυτός την ώρα που εισέρχεσθε στο κτίριον
«γιε μου, η σύζυγός σου πέρασε κλιμακτήριον˙
γριά γυναίκα είναι, θα ιδώ ποτέ εγγόνι;»
Θίγεσ’ εσύ, θολώνεις κι αρπάζεις το πριόνι
και του την πέφτεις πάνω του μ’ οργή και με μανία
και τον κολλάς στον τοίχο σαν τη χαλκομανία˙
κι όταν συνέρχεσαι κοιτάς με δάκρια στα μάτια
μα είναι πια πολύ αργά˙ ο γέρος ειν’ κομμάτια.
Τα δάκρια θα τρέχουνε, θα σ’ αυλακώνει ο πόνος
μα ο χρησμός θα έχει βγει και θα ’σαι πατροκτόνος!
ΧΟΡΟΣ:
Ω τι πικρά θα άδωμεν και θλιβερά ελεγεία

εάν διέλθεις, βασιλεύ, τοιαύτην τραγωδία
και μαύρας και πενθίμους τε θα βγάλομε κορδέλας…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σας ακούω τόσην ώρα και μου λέτε παπαρδέλας!
Τίποτα δεν θα συμβεί απ’ όσα τσαμπουνάτε.
Διότι εκ της Κορίνθου
επήρα ένα μήνυμα προ μόλις δυο βδομάδων˙
λακωνικόν και σύντομο, εκ δυο τριών αράδων.
ΧΟΡΟΣ:
Τι έλεγε το μήνυμα σ’ αυτάς τας δυό αράδας;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πως ο πατήρ μου ειν’ νεκρός˙ πέθαν’ από ζοχάδας.
Άρα λοιπόν αδύνατο να τον εσυναντήσω
κι ακόμα πιο αδύνατο να τον επριονίσω.
ΧΟΡΟΣ:
Ώστε δεν βγήκε ο χρησμός; Απέθαν’ από μόνος του;!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Κι απέμεινα μονάχα εγώ ο μόνος κληρονόμος του.
Και τι κληρονομιά, μιλάμε απ’ τις πρώτες˙
σπίτια, χωράφια, γαίες˙ λεφτά να φαν κι οι κότες!
ΧΟΡΟΣ:
Πέθαν’ από ασθένεια, από αιμορροΐδες;!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Χωρίς σιδηροπρίονα, μαχαίρια και λεπίδες.
Λοιπόν;
Γιατί δεν βγήκε ο χρησμός αν έλεγε αλήθεια;
Γι αυτό σας λέγω όλ’ αυτά πως ειν’ για κουτορνίθια.
Κακά προφήτευε ο χρησμός και μύριες δυστοκίες
μα όλα απεδείχθησαν φενάκη και βλακείες.
ΧΟΡΟΣ:
Μη βασιλιά μας, μη,

μη προτρεχέτω η γλώττα σου ποτέ από τη διάνοια…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Φοβούμαι όλοι πάσχετε με γεροντίσια άνοια!
ΧΟΡΟΣ:
Μ’ όποιον θυμώνουν οι θεοί του προξενούν παράνοια.

Γι αυτό μην ξεστομίζεις λόγια παχιά και έξαλλα…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δε σταματάτε λέω γω αυτά τα κουραφέξαλα;
ΧΟΡΟΣ:
Θυμήσου τα που λέγανε το πάλαι οι σοφοί
που πάντα μίλαγαν σοφά κι ουδέποτε παράλογα…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σοφοί και σοφιστείες, φλούδες και πράσιν’ άλογα!
ΧΟΡΟΣ:
Μεγάλα λόγια, λέγανε, ποτέ μην ξεστομίζετε˙
τη θεία χάρη των θεών ποτέ μη μαγαρίζετε
κι ουδένα προ του τέλους του να μη τον μακαρίζετε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Βρε γνώμη δεν αλλάζω δεν πα να κακαρίζετε!

(Εισέρχεται η Ιοκάστη επί της σκηνής)

ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μα τι συμβαίνει πάλι
κι ακούγονται οι φωνές σας ως μέσα στα ανάκτορα;
ΚΡΕΩΝ:
Ω αδελφή,
μιλάγαμε για το χρησμό απ’ αφορμή το γιο σου
και τούτος δω με αναίδεια…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τον υιόν μου;… Ω μη μου το ενθυμίζετε!
Απ’ τη στιγμή που εχάθη συνέχεια τυραγνιέμαι˙
ούτε στιγμή δεν έπαψα να τον εσυλλογιέμαι…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Όλοι συναισθανόμεθα τα όσα επεράσατε
πόσον οικτρά κι οδυνηρά τότε θα εσφαδάσατε˙
τότε που το μωρό σας στες λαγκαδιές εχάσατε.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ψάξαμε σαν τρελοί παντού, φτιάξαμε κι αποσπάσματα˙
ερεύνησαν τα δάση, τα όρη, τα περάσματα.
Κι ο Λάιος αμίλητος, γερτός σε μια γωνία
να περιμένει νέα γεμάτος αγωνία…
ΧΟΡΟΣ:
Γεμάτος αγωνία μα με βροχή, μ’ αντάρα
το γιο του επερίμενε να σφίξει με λαχτάρα…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Τρελός απ’ αγωνία μήπως και δεν τον εύρουν…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Α, όχι,
δεν αγωνιούσε μήπως και δεν τον εύρουν
αλλά για το αντίθετο˙ μη σώσουν και τον εύρουν.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Δεν αντελήφθην…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μα πως δεν αντελήφθης;… Ενθυμηθείτε το χρησμό.
Τότε μπορεί να’ ταν μωρό˙ κάποτε θα μεγάλωνε.
Αυτόνα θα τον έσφαζε κι εμέ θα με απαύτωνε.
Θαρρούσατε τον Λάιο στην πανουργία αρχάριον;
Θ’ άφην’ αυτός να του τη βγει δυο σπιθαμές παιδάριον;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μα έβαλε τους άνδρες του και ψάχναν πάνω κάτω.
Γιατί λοιπόν τους έστειλε, να κάνουν χαμαλίκι;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Έστειλε να το ψάξουν, το ’ριξε στ’ αραλίκι
κι ήλπιζε πως το μωρό θα το ’φαγαν οι λύκοι.
ΧΟΡΟΣ:
Ω πόσας σκέψεις δολεράς κρύβει ο νους τ’ ανθρώπου
και πόσον είμαστ’ έρμαια μιας μοίρας αδυσώπου!
Μα αν κατά τας έρευνας και μετά τόσου κόπου
το βρίσκαν ολοζώντανο στες ρεματιές του Ασώπου
να τριγυρνάει νηστικό εντός του αγρίου τόπου
ως ειν’ τα επιμύθια στους μύθους του Αισώπου;…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Η διαταγή του ήτο, μετά σουγιά δικόπου
είτε μετά στραγγαλισμού να φονευθεί επί τόπου!
ΧΟΡΟΣ:
Ω αλί και τρισαλί, μα τέτοια απάνθρωπη εντολή
ελάβαν κείν’ οι άνδρες που ψάχναν στες χαράδρες;
Οι τίμιοι συμπολίται μας που φτιάξαν τ’ αποσπάσματα;…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μα τώρα τι μου λέτε, τι τίμιοι κι αποσπάσματα˙
κάτι μπεκρήδες μάζεψε, ρεμάλια κι αποβράσματα.
ΧΟΡΟΣ:
Ιω ιω! Οιμοί παπαί ειδοί!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Και τελικώς τι έγινε, το βρήκαν το παιδί;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Όλα τα ρεμάλια αυτά ήσαν αγροίκα κι αναιδή.
Ώσπου μια μέρα ένας τους – νομίζω ήτο δούλος –
ήρθε και είπε «βασιλιά, εβρέθηκεν ο μούλος˙
τον βρήκα ζωντανόν εγώ, καθά είχες διατάξει
τον έχω ρίξει στο γκρεμό αφού τον έχω σφάξει».
Ο Λάιος καταχάρηκε, πήρε λεφτά, τον πλέρωσε
εφίλησε τον δούλο και τον απελευθέρωσε.
Κι εμένανε η καρδιά μου πέτρωσε μονομιάς…
ΚΡΕΩΝ:
Και πως λεγότανε αυτός ο άθλιος φονιάς;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τον λέγαν Εύνομο θαρρώ.
Καμπούρης και αλλήθωρος, κι ολίγον τι ηλίθιος…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μα τον γνωρίζω εγώ αυτόν! Φίλος μου επιστήθιος!
Έκτοτε έκανε λεφτά σ’ απάτες εντρυφών.
ΚΡΕΩΝ:
Σαν τι απάτες δηλαδή;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Αγοραπωλησίας τε κι εμπόριο βρεφών.
ΧΟΡΟΣ:
Ιω ιω ιω!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Και τώρα που το σκέπτομαι,
κάποτε που τον ρώτησα, σαστίζων κι απορών
πώς του ’ρθε κι ασχολήθηκε μ’ εμπόριο μωρών,
μου διεκμυστηρεύθη πως του ’ρθε η ιδέα
όταν μια μέρα ψάχνοντας μ’ άλλους μαζί παρέα
– όλοι τους ρεμπεσκέδες, αυτός δε ήτο δούλος –
βρήκε στα δάση ένα παιδί και τότε, αυτοβούλως,
το πήγε σ’ έναν άρχοντα που ’χε κρυφόν καημό
κι επιθυμούσε διακαώς να αποκτήσει υιό.
Με τη γυναίκα του ήσαντε πολύ αγαπημένοι
όμως αυτή ήτο στείρα, ντουντούκα βουλωμένη.
Κι έτσι χαρά μεγάλη του έδωσε του άρχοντα
αφού του βρήκε διάδοχο ν’ αφήσει τα υπάρχοντα.
Κι εκείνος τον αντάμειψε μ΄ ένα καλό ρεγάλο˙
μ’ ένα πουγκί νομίσματα βαρβάτο και μεγάλο.
Και μ’ αφορμή την πρώτη αυτή αγοραπωλησία
συνέχισεν πια τακτικώς και μ’ ευσυνειδησία
πωλώντας ορφανά μωρά εις όποιον τ’ αγοράσει…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πες μας πού θέλεις να το πας, δεν το ’χω ακόμα πιάσει.
ΚΡΕΩΝ:
Εις το παιδί τη διήγηση πασχεί να εστιάσει˙
σ’ εκείνο που οι βασιλείς παλαιόθεν είχαν χάσει.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μα βέβαια, είναι απλούν και δώστε λίγο βάση.
Εκείνο το μικρό μωρό που βρήκε μεσ’ στα δάση
– μιλώ γι αυτό που ο άρχοντας το είχεν αγοράσει˙
– παρακαλώ, διακόψτε με αν κάπου έχω πλατειάσει –
εκείνο το παιδί λοιπόν που βρήκε μεσ’ στα δάση
– ω θεοί, δεν το ’χα ποτέ μου συνδυάσει!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Λέγε το λοιπόν γιατί μας τα ’χεις σπάσει!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Είναι το ίδιο το παιδί που κάποτε είχες χάσει
και που τον πόνο ακόμη δεν έχεις ξεπεράσει!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Το παιδί μου; Το δικό μου το παιδί;
Ώστε δεν πέθανε αλλά ζει;!!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Η χρονική περίοδος – ο ίδιος τ’ ομολόγησε –
συμπίπτει με αυτήν που ο Λάιος τον ξαμόλησε
μαζί με άλλους δούλους κι ένα σωρό αποβράσματα
να ψάξουνε για το παιδί σε όρη και σε χάσματα.
ΚΡΕΩΝ:
Ώστε το παιδάκι ζει! Άρχοντας το ’χε πάρει.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω το μικρό μου το βλαστάρι!
Ω το μικρό, το τραγανόν, το γλυκό μου το σερμπέτι!
Είμαι μια δυστυχισμένη, μία μάνα απ’ το κουρμπέτι!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εκείνο που μας λες με άλλα λόγια δηλαδή
είναι πως ο δούλος το βρήκε το παιδί
μ’ αντίς να το σφαγιάσει ή να το στραγγαλίσει
προτίμησε εις τον άρχοντα να πάει να το πουλήσει.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ παντζαράκι μου, αχ μελιτζανάκι μου!
ΚΡΕΩΝ:
Πήγε μετά στον Λάιο, τον φλόμωσε στα ψέματα
πως τάχα το παιδί του το ’σφαξε μεσ’ στα αίματα.
Κι ο Λάιος τον πίστεψε!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ φαγανούλι μου, αχ κοκκινογούλι μου!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Κι εγώ να δείτε όλ’ αυτά ποτέ δεν τα συνδύασα…
Ω, είμαι ασυγχώρητος!…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ σαρμαδάκι μου, λαχανοντολμαδάκι μου!…
Αχ Λάιε κοπρόσκυλον που κακοψόφο είχες!
Χαΐρι ούτ’ εκεί να δεις! Που να πνιγείς στα φλέματα!…
ΧΟΡΟΣ:
Δεν ωφελούν, ω άνασσα, κατάρες κι αναθέματα.
Αφού ο γιος σου επέζησε κι ειν’ υιοθετημένος
να μάθουμε πού βρίσκεται, πού ειν’ χαντακωμένος
εφόσον τώρα ο Λάιος πια είναι πεθαμένος
κι έτσι από το γιο του δεν θα βρεθεί σφαγμένος.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Έχετε δίκιο˙ το παιδί, πού να ’ναι το παιδί;
Να ψάξομε, να τρέξουμε, να βγουν στη γύρα όλοι
σε κάθε σπίτι, στα χωριά, κυρίως μεσ’ στην πόλη…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μα δεν υπάρχει λόγος, τζάμπα και για τον κόπο μας
διότι δεν ήτο από δω μα ούτε κι απ’ τον τόπο μας
ο άρχοντας εκείνος που ηγόρασε το μπέμπη…
ΧΟΡΟΣ:
Από πού ήτο;
Απ’ την Αθήνα, τους Λοκρούς ή μήπως απ’ τα Τέμπη;
Από ποιο μέρος είν’ αυτός που επήρε το παιδάκι;
Από τη Σπάρτη, τις Αιγές ή απ’ τη Σαμοθράκη;
Μην απ’ τις Συρρακούσες ή μήπως απ’ την Όλυνθο;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μήτ’ απ’ τις Συρρακούσες μηδέ από την Όλυνθο.
Ο άρχοντας δεν ήτανε παρά από την Κόρινθο.
ΧΟΡΟΣ:
Εκ της Κορίνθου τα χωριά ή απ’ την πόλη μέσα;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Από την Κόρινθο;!…
Ωραία, εκεί έχω και τα μέσα.
Στην Κόρινθο έχω γνωστούς διότι ειν’ το πατρικόν μου…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Θα μας συνδράμουν οι γνωστοί να ξαναβρώ τον υιόν μου;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τους στέλνω τώρα μήνυμα ν’ αρχίσουνε να ψάχνουν…
Φιλτάτη μην αγωνιάς, θα σου τον βρω το γιο σου.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ Οιδίπου,
σκέψου να αποδειχθεί πως ειν’ κάποιος γνωστός σου!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τόσο το καλύτερον.
Αφού τ’ ανέλαβα εγώ να μην ανησυχείς.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω Ήρα κι Εστιάδες μου, πόσο είμαι ευτυχής!
Κι αν τον εύρεις γρήγορα;…
Τι κάθομαι άπραγη εδώ; Να πάω να ετοιμάσω τα της υποδοχής!

(Πανευτυχής η Ιοκάστη εξέρχεται εκ της σκηνής εις το εσωτερικόν των ανακτόρων).

ΧΟΡΟΣ:

Η πικραθείσα μάνα πόσο είναι ευτυχής
και τι τρελά η καρδιά της που τώρα θα χτυπάει!
Να ετοιμάσει βιάζεται τα της υποδοχής
και ευτυχώς ο Λάιος απόθανε και πάει.

Ω Ζευ, κι εσύ που σαν παιδί αρκούδιζες στα δάση
γιατί ο πατέρας σου ήθελε να σε καταβροχθίσει
κι η μάνα σου σε έκρυβε ο Κρόνος μη σε πιάσει˙
η θεία χάρις σου αυτή τη μάνα ας βοηθήσει.

Αν ζούσε τώρα ο Λάιος θα γίνονταν θηρίον
φοβούμενος πως εκ του γιου αν μήπως φονευθεί
μα τώρα που σφαγιάσθηκε υπό τινών αγρίων
η μάνα πάλι το παιδί μπορεί να το δεχθεί.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εγώ τι κάθομ’ έτσι; Έναν αγγελιοφόρο
να στείλω γράμμα στους γνωστούς…
Θα της τον βρω το γιο της κι εκ της χαράς θα λιώσει!…
ΚΡΕΩΝ:
Θαρρώ ξεχνάτε κάτι.
Ο Λάιος μπορεί να έχει αποβιώσει
μα ο χρησμός ακόμα ισχύει.
Με όλο μου το σέβας τολμώ να κάμω νύξη…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δεν ακούω τίποτε, το θέμα έχει λήξει.
Δεν αναιρώ απόφασιν που ήδη έχει παρθεί.
ΚΡΕΩΝ:
Να υπενθυμίσω μόνο πως όταν το παιδί βρεθεί
μαζί με τη βασίλισσα θα πάει να πηδηχθεί.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τι έκανε λέει;!… Αυτό το ’χα ξεχάσει!
ΧΟΡΟΣ:
Με το παιδί της που ’χασε βαθιά μέσα στα δάση
και τώρα μ’ αγαλλίασην το καρτερεί να ’ρθεί
το λέει όντως ο χρησμός πως θα συνευρεθεί.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω θεοί αλίμονον, αυτό δεν το εσκέφθηκα!
Μπόσικος στον πόνο της για μια στιγμή αφέθηκα
και βλακωδώς, να της τον βρω εγώ της υποσχέθηκα.
Και τι θα κάμω τώρα που αλόγιστα εκτέθηκα;
ΧΟΡΟΣ:
Εκτέθης δεν εκτέθης, τώρα της υπεσχέθης
πως θα τη βοηθήσεις τον υιόν της νά βρει πάλι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τι έκαμα ο δόλιος! Δεν κατάπινα μαγκάλι;
Εγώ να τον συνδράμω μεσ’ στη Θήβα να τρυπώσει
κι αυτός ο αλητήριος να μου την κουτουπώσει;
Όχι όχι, τοιούτον τι δεν θα το επιτρέψω˙
θα κάνω παν το δυνατόν δια να το αποτρέψω.
ΧΟΡΟΣ:
Μ’ αφού εσύ εχλεύαζες πριν λίγο τους Δελφούς
και δεν πιστεύεις έλεγες μαντεία και χρησμούς.
Κι αφού δεν τα πιστεύεις, προς τι ο σαματάς;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Άλλο ειν’ αυτό κι άλλο να γίνω κερατάς!
ΚΡΕΩΝ:
Δεν ηξεύρω τι θα γίνεις
μα το παιδάκι πρέπει και πάλι να το πάρει.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Το παιδάκι τώρα πια θα ’γινε παλικάρι…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ολόκληρος μαντράχαλος με νάα ένα παλαμάρι!
ΧΟΡΟΣ:
Δεν πρέπει να της αρνηθείς, καν’ της αυτή τη χάρη…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Το κούτελόν μου θέλετε να παίξω εις το κουμάρι;
Να επιτρέψω νά ρθει εδώ εκείνο το τομάρι
κι εγώ να ζω στο άγχος αν θα της τον φερμάρει;
ΧΟΡΟΣ:
Άγχους και αγωνίας μην κουβαλάς τα βάρη˙
να έχεις ύφος χαρωπόν και όχι του ζηλιάρη˙
κι ίσως σαν έρθει η στιγμή που τόσο σε σοκάρει
να μη την πάρεις μυρουδιά μα ούτε και χαμπάρι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Διατί να κάνω μόνον τον εύπιστο αγαθιάρη;
Δεν πάω και σαν μαλάκιον να τους κρατώ φανάρι;
ΧΟΡΟΣ:
Μήγαρ μας ειρωνεύεσαι και κάπου έχεις φρικάρει;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Είστε τρελοί;!
Εγώ, απ’ αυτόν τον άθλιο να βγω κερατωμένος;
ΚΡΕΩΝ:
Και λοιπόν; Της οικογένειας ειν’ κι αυτός
δεν είναι κάνας ξένος…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σκάσε και μην αντιμιλάς γιατ’ είμαι αρπαγμένος…
ΧΟΡΟΣ:
Ω βασιλεύ, γνωρίζουμε πως είσαι θολωμένος
η ζήλια σου σε κυβερνά κι είσ’ αναστατωμένος
μα θα τα πάρεις πίσω ευθύς όταν πιο ψύχραιμα σκεφθείς.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Χρόνια τα δάκριά της γι αυτόνα τα ξοδεύει
το μητρικό της φίλτρο το τέκνο της γυρεύει…
ΧΟΡΟΣ:
Θερμοπαρακαλούμε σε, ικέται και γονυπετείς
τον υιόν της Ιοκάστης να τον υποδεχτείς.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Καλά, αφού επιμένετε… δεν ξεύρω, θα ιδούμε…
Ωστόσο, ακόμη κι αν δεχτώ να τον υποδεχθούμε
δεν ξέρουμε πού βόσκει, θα πρέπει να τον βρούμε.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Αυτό δεν είναι δύσκολο…
Βρίσκουμε τον πατέρα του, εκείνον τον θετό του
και του λέμε το και το, τα νέα για το γιο του.
ΧΟΡΟΣ:
Μα τι στοιχεία έχομε περί το άτομό του;
Μονάχα πως στην Κόρινθο γνωρίζουμ’ ότι μένει
και πως με τη γυναίκα του ήσαντ’ αγαπημένοι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Και ξέρουμε πως πρόκειται γι΄ άνθρωπο βρομερόν
αφού έτσι, ασυνείδητα, ηγόρασε μωρόν…
ΧΟΡΟΣ:
Τι άλλο ξέρουμε γι αυτόν εκτός απ’ τα λεφτά του;
Το γένος ού γιγνώσκουμε, μηδέ το όνομά του…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μα δε σας το ’χω ήδη πει; Ω πως το ελησμόνησα…
Γνωρίζω τ’ όνομά του!
ΧΟΡΟΣ:
Γνωρίζεις τ’ όνομά του;!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μου το ’χε πει ο δούλος που ’χε πωλήσει το μωρό.
Δια τούτο αυτόν τον άρχοντα γνωρίζω πως τον λένε.
ΧΟΡΟΣ:
Κι εφόσον το γνωρίζεις πώς διάολο τονε λένε
προς τι τοσούτην ώρα σιωπαίνεις βρε χαμένε;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Διότι κανείς δεν ρώτησε˙ όλο χαζολογάτε…
ΧΟΡΟΣ:
Τι φάσκει ουν το άτομον;
Προς τι τον εκοιτάτε και δεν τον εβαράτε;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Προς τί βρε με βαράτε; Τι είσαστε, σατράπες;
ΧΟΡΟΣ:
Τώρα τα θέλει ο σβέρκος του, αρχίστε τον στις φάπες!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ε, ησυχία είπα! Τι το περάσατ’ εδώ μέσα, χάβρα;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Τα μάτια μου σκοτείνιασαν, όλα τα βλέπω μαύρα!
Μου δάγκωσαν τη μύτη, με μάγκωσαν απ’ το λαιμόν…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τι να σου πω άνθρωπέ μου, κι εσύ είσαι άνω ποταμών!
Μας έχεις τόσην ώρα και μας ψήνεις σαν το ψάρι…
Γνωρίζεις τ’ όνομα αυτού του άθλιου βρομιάρη;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Ναι μα τον Απόλλωνα – μεγάλη του η χάρη…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τ’ όνομα του ελεεινού, του φαύλου κατεργάρη;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μα ναι, μα της Αρτέμιδος την πρώτη την ιέρεια…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ε πες το μας χρυσόστομε, μας έφαγες τα τζιέρια!
Πες το μας μα τον Παρνασσόν, την Όσσα και τον Όλυμπον!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Το όνομα του άρχοντος; Μα τονε λένε Πόλυβον.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πως;
Κόλυβον;… Τι όνομα ειν’ τούτο;
ΚΡΕΩΝ:
Τρελός παπάς τον βάφτισε για να τον λένε Κόλυβο…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μα δε με καταλάβατε…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Άκου Κόλυβον!…
Μα είναι όνομα αυτό; Αυτό είν’ αηδίες!
ΧΟΡΟΣ:
Μήπως φτιάχνει κόλλυβα και δίνει σε κηδείες;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Πόλυβον, όχι Κόλυβον…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πώς;;!!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Όχι Κόλυβος με Κου αλλά με Πι. Πι! Πόλυβος, με πι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πι;! Είναι με πι;!!…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Με πι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πι;! Με πι;! Πόλυβος με πι;! Είσαι σίγουρος πως ειν’ με πι; Πι;!…
ΚΡΕΩΝ:
Γιατί κραυγάζει σαν τρελός κι όλο φωνάζει πι και πι;
ΧΟΡΟΣ:
Μην έχει την ανάγκη του και θέλει πάλι για πιπί;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Με πι;! Είναι με πι;!…
Ω Ήφαιστε είναι με πι! Πόλυβος με πι!…
ΚΡΕΩΝ:
Πότε είχε την ανάγκη του και ντρέπονταν να μας το πει;
ΧΟΡΟΣ:
Μπορεί να του ’ρθε για χοντρό και ψάχνει για καμιά οπή…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω θεοί! Μα είναι Πόλυβος;
Πόλυβος τ’ όνομά του, είν’ εξακριβωμένο;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Είν’ απολύτως αληθές κι επιβεβαιωμένο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τ’ όνομα της γυναίκας του.
Πες μου το όνομά της πριν μ’ εύρουν τελειωμένο!…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Της γυναικός του τ’ όνομα;… Νομίζω είναι Μερόπη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωωωχ! Ποντίζομαι, βυθίζομαι μεσ’ σ’ ένα βαλτοτόπι!
Είναι ο Πόλυβος!
Ω Ερμή, κι ένας ήταν ο Πόλυβος!
ΧΟΡΟΣ:
Μα πες μας βασιλιά, προς τι όλος ο θόρυβος;
Τον εγνωρίζεις τάχα τον περί λόγω κύριον;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωωωω!
Προβλέπω τα ματάκια μου θα χρειαστούν κολίριον!
Πόλυβος ήταν τ’ όνομα του γέρου του πατέρα μου˙
Μερόπη δεν ειν’ άλλη παρά ειν’ η μητέρα μου!
Οι άνθρωποι που λάτρεψα πέρ’ από κάθε νόμο
και στην περιουσία τους μ’ αφήνουν κληρονόμο!
Αυτοί που πρωταντίκρυσα, είναι τα γονικά μου!
Αυτοί που με μεγάλωσαν, που μ’ έκανανε άντρα˙
και τώρα τι ακούω από τούτη τη γαλιάντρα!
Μου ’ρχεται σκοτοδίνη, ναυτία, μπέρι μπέρι
απ’ τη στιγμή που άκουσα ετούτο το χαμπέρι!
ΧΟΡΟΣ:
Ω που σε βρήκαν φοβερά κακά δυστυχισμένε
κι αν είναι όπως μας τα λες οικτρέ, κατακαημένε
όλοι θα σε θρηνήσομε κι οι ρέγκες θα σε κλαίνε!
ΚΡΕΩΝ:
Ώστε κηδεμόνας σου ήταν αυτός ο Πόλυβος!
Γι αυτό λοιπόν θρηνείς, βογκάς!
Γι αυτό γοάς κι οδύρεσαι!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ!
Πίσω απ’ αυτά τα νέα πόσα άλλα υποκρύπτονται˙
τι τραγικές αλήθειες που τώρα αποκαλύπτονται!
Τι τρικυμιώδεις συμφοραί, τι άλγος, τι οδύνες!
Ω που θαλασσοδέρνομαι μέσα σε μαύρες δίνες!
ΧΟΡΟΣ:
Αλί αλί και τρισαλί, ουαί ουαί και τρισουαί!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ, τρισωιμέ!
ΧΟΡΟΣ:
Ω πόσον η καρδία μας στα δύο εδιχάστει˙
ω αλί για τη φτωχή, την άμοιρη Ιοκάστη!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ρίχτε με μεσ’ σε βάραθρο να μ’ εύρει ο γκρεμός!
ΧΟΡΟΣ:
Ωχού που σαν το μάθει αυτή θα γίνει εδώ χαμός!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω που ο μαύρος Άδης να μ’ εύρει ξαφνικός!
ΧΟΡΟΣ:
Θ’ αρχίσει τα στριγκλίσματα, θα γίνει πανικός!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω που να με ξεβράσει ο Αργοσαρωνικός!
ΧΟΡΟΣ:
Θα γίνει εδώ της Φρύνης, θα γίνει γενικώς
το κιγκλίδωμα κοινής κι εκδιδομένης γυναικός!
ΚΡΕΩΝ:
Της πουτανός το κάγκελον, για να το πούμε λαϊκώς…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ρίχτε μου μια κουτουλιά να πέσω εδώ νεκρός˙
κόψτε μου τους βοστρύχους να μείνω φαλακρός!
ΧΟΡΟΣ:
Ω αλί, αλί κι αλιά, θα μας πέσουν τα μαλλιά!
Ω αλί και τρισαλί, θ’ απομείνουμε γουλί!
ΚΡΕΩΝ:
Αντί να οδυρόμεθα και να βαριοθρηνούμε
τα γεγονότα ψύχραιμα θα πρέπει να ιδούμε.
Όλοι αντιλαμβάνεσθε τι δράμα έχει παιχθεί
και πώς η μοίρα τα ’φερε για ν’ αποκαλυφθεί.
Αφού είναι γιος του Πόλυβου, και σε συνδυασμό
μ’ εκείνο το αγόρι, του Λάιου το γιο
– τ’ αγόρι που το νόμιζαν τόσο καιρό χαμένο,
που νόμιζαν μεσ’ στους γκρεμούς πως ήτανε σφαγμένο
μα ήταν απ’ τον Πόλυβο αυτό υιοθετημένο –
τότε τα συμπεράσματα για το ποιόν του Οιδίπου
αποκαλύπτουν μόνα τους μι’ αλήθεια τραγική
μι’ αλήθεια τόσο οδυνηρά μα και δραματική.
Γιατί όπως καταλάβατε, ο γιος της Ιοκάστης
κι ο άντρας της, ο βασιλεύς, ετούτος ο δυνάστης
– ω μα τους θεούς,
μια τέτοια λέξη πώς να πω,
πώς νά βγει απ’ τα στήθια…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Αλί μου, έχεις δίκιο, αυτή ειν’ η τραγική αλήθεια!…
ΚΡΕΩΝ:
Του Λάιου ο χαμένος γιος και γιος της Ιοκάστης
άλλος κανείς δεν ειν’ παρά
– βαρύ ετούτο που θα πω, να μη χαρώ το φως μου!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω δυστυχία˙
άλλος κανείς δεν είναι, παρά είναι αδελφός μου!
ΧΟΡΟΣ:
Τι είναι, αδελφός σου;!!
ΚΡΕΩΝ:
… Μην είσαι σουρωμένος;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Είν’ ο μεγάλος μου αδελφός, ο υιοθετημένος!
ΧΟΡΟΣ:
Δεν ξέραμε για αδελφό.
Αυτή την πληροφόρηση τώρα μας τηνε δίνει!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σάμπως εγώ το ήξερα;
Τώρα τ’ ανακαλύπτω και μου ’ρθε σκοτοδίνη!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μοναχογιό μας είπες πως σε είχαν.
Δεν έκαμες νύξη γι αυτόν στην προ ολίγου αφήγηση…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ειν’ αδελφός μου σίγουρα˙ δεν βρίσκω άλλη εξήγηση…
Ως φαίνεται, πριν γεννηθώ ήρθε στη Θήβα ο Πόλυβος
και ψάχνοντας εδώ κι εκεί στα μουλωχτά κι αθόρυβος
βρήκε και υιοθέτησεν του Λάιου τ’ αγόρι
γιατί ως τότε, προφανώς, τον έδερνε το ζόρι
μην είν’ ο ίδιος άκαρπος ή η Μερόπη στείρα
κι έτσι τους άφην’ άτεκνους και άκληρους η μοίρα.
Μα η μοίρα τους λυπήθηκε, τους έδωσε μια γέννα
κι αφού τον υιοθέτησαν με γέννησαν κι εμένα!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Κι εκείνος τι απέγινε, πού είναι, δεν σου είπαν;
ΚΡΕΩΝ:
Τον κρύψαν στο ντουλάπι ή σε καμία τρύπαν;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δεν μου ’πανε ποτέ γι αυτόν, το είχαν μυστικόν˙
ίσως εις τα κοπάδια μας τον βάλαν μπιστικόν.
Ίσως στες Συρρακούσες τον σπούδασαν υπότροφον
ή στους Πυθαγορείους τον στείλανε οικότροφον.
Από εμέ τον κράτησαν πάντως καλά κρυμμένον.
Και τώρα τι ταμπλάς με βρίσκει τον καημένον
αφού μανθάνω γι αδελφόν, και δη υιοθετημένον!
ΚΡΕΩΝ:
Βρε μπας και είναι έτσι; Κι εγώ το πήγαινα αλλού!…
ΧΟΡΟΣ:
Κι εμείς γιατί θρηνούσαμε, τζάμπα και κουτουρού;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω μα την πτέρνα την τρωτή του άτρωτου Αχιλλέα˙
ωιμέ οπου γκρεμίζομαι εις βάθη αβυσσαλέα!
ΧΟΡΟΣ:
Μ’ αν είναι όπως μας τα λες δέξου το θαρραλέα˙
τα νέα δεν μας φαίνονται ουδόλως φρικαλέα…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω μα του Άρη την τραχιά κι ανδροπρεπή σκελέα˙
μα όλοι τους ειν’ βλάκες με περικεφαλαία;
Ακόμη δεν κατάλαβαν, παρ’ όλων μου των κόπων
πως είμαι ο δυστυχέστερος εξ’ όλων των ανθρώπων;
Πως αφού έχω αδελφό, μια είναι η ουσία˙
θα απαιτήσει μέρισμα απ’ την περιουσία!
Πως αυτουνού του μπάσταρδου του ήρθε τεφαρίκι
κι εγώ θα μοιραστώ μ’ αυτόν του γέρου τη διαθήκη!…
Πατέρα μου, τι το ’θελες να τον υιοθετήσεις
και τώρα τα μισά λεφτά σ’ αυτόνα να τ’ αφήσεις;…
Α όχι˙ το κάθαρμα αυτό δεν θα τ’ αφήσω έτσι˙
με τ’ άντερά του σουβλιστόν θα φτιάξω κοκορέτσι!
Θα πω να μου τον φέρουνε και μόλις τον γραπώσω
ο ίδιος με τα χέρια μου θα τον επαλουκώσω!
ΧΟΡΟΣ:
Ω βασιλιά, απίστευτον αυτό που θες να κάνεις
της Ιοκάστης το βλαστό αναίτια να ξεκάνεις!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Θα τ’ ανασκολοπίσω ετούτο το καθίκι
που θάρρεψε θα μοιραστεί μαζί μου τη διαθήκη.
Τον άθλιον, που ξένα αγαθά ορέγεται να δρέψει!
Που την κληρονομιά μου θε με δόλο να την κλέψει
κι εκτός αυτού
να θέλει και τη μάνα του να την καβαλικέψει!
ΧΟΡΟΣ:
Ουαί ουαί κι αλίμονον, τι φταίει το παιδί;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Θα τον κάνω να ξεράσει το γάλα που ’χει πιει!
ΧΟΡΟΣ:
Ω μα τα μαύρα σκοτεινά τα πνεύματα τα χθόνια
μην είσαι τόσον άστοργος και δείξε του συμπόνια…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δεν θα προλάβει να χαρεί ούτε παιδιά ούτ’ εγγόνια!
ΧΟΡΟΣ:
Δεν είσ’ εσύ απάνθρωπος, μη γίνεσαι υπάνθρωπος…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μωρ’ θα γενώ λυκάνθρωπος!
ΧΟΡΟΣ:
Ω αλί και τρισαλί, γιατί να τον εσφάξεις
γιατί στ’ αθώο αίμα του τα χέρια σου να βάψεις;
Όχι, δεν είσαι ικανός να κάμεις τέτοιες πράξεις…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εγώ δεν είμαι ικανός;… Εγώ πριν λίγα χρόνια
πέντε αλήτες έσφαξα με δυο μόνο πριόνια!
ΧΟΡΟΣ:
Όχι, αποκλείεται, το λες να γίνει ντόρος˙
εσένα δε σου φαίνεται πως είσαι αιμοβόρος…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ώστε δε μου φαίνεται; Λοιπόν για να μαθαίνετε
εμένα που με βλέπετε, μ’ αυτά τα δυο μου χέρια
κρατώντας μόνο δυο βαριά πριονωτά μαχαίρια
πέντε καθίκια έσφαξα και τα ’κανα κομμάτια˙
τους έβγαλα τα έντερα, τις μύτες και τα μάτια
κι αφού τους γέμισα παντού χαραγματιές και τρύπες
στο δρόμο τους παράτησα για να τους φαν οι γύπες!
ΚΡΕΩΝ:
Και πώς συνέβηκε αυτό, ποτέ δεν μας το είπες…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μου κάναν τάχαμ τους τρανούς εκείνοι οι τενεκέδες˙
– ένας φαφούτης γέροντας μ’ ένα σωρό λακέδες.
Όλοι τους καθισμένοι σε τροχοφόρα άμαξα.
Θέλαν να κάνω πέρα. Μουλάρωσα και άραξα.
Να κάν’ τε πέρα πρώτα εσείς, τους λέγω θαρρετά.
Αρχίσαν να με απειλούν λες κι ήμουνα παρίας.
Για σκάστε λέω μη σπαστώ και γίνει εδώ της Τροίας!
Το τρίστρατο ήτο στενόν, τ’ άλογα χλιμιντρίζαν
κι εκείνοι οι επαίσχυντοι μουντζώναν κι εξυβρίζαν
και μου κουνούσαν μ’ απειλές τα χέρια πάνω κάτω.
Πατήσαμε λοιπόν εκεί έναν καβγά βαρβάτο
κι ο γέρων, ένα χούφταλο, επάνω απ’ τ’ αμάξι
ωρυόταν να ξεκουμπιστώ μη δήθεν και με σφάξει
«Αλήτη, παλιογάϊδαρε, αμέσως να τα μάσεις
γιατί αν κατέβω κάτω δε θα καλοπεράσεις!»
Κωλόγερε, του λέω, τα τέτοια θα μου κλάσεις!
Λύσσαξε ο μπαμπόγερος και στέλνει τους νταήδες
να μου την πέσουν με ραβδιά, με λάμες και λεπίδες.
Ορμούν όλοι επάνω μου, με πιάνουν τα δαιμόνια
τα παίρνω στο κρανίο ευθύς, αρπάζω δυο πριόνια
κι αρχίζω να βαράω και να τους μακελεύω
γιατί έτσι και σαλτάρω εγώ, φρενιάζω και σαλεύω!
Βαρούσα δω, βαρούσα κει, φωνάζαν ωι, ωι!
κι ο γεροξούρας μ’ έβριζε «αλήτη, τεντιμπόη!»
Σκάσε του λέω, αν έρθω εκεί σου κόντυνα το μπόι!
Κι ενώ όλους τους ξεπάστρευα κι όλοι νεκροί κειτόταν
ο γέρος στο αμάξι συνέχεια ωρυόταν
«Ξέρεις βρε ποιος ειμ’ εγώ, τσόγλανε, πως με λένε;»
Τσόγλανο πες το γιο σου, γεροπαραλυμένε!
«Τώρα θα σου δείξω εγώ, αληταρά, βλαμμένε!»
Κι ορμάει ο γερομπαμπαλής, μου ρίχνει ένα καντήλι
που νόμισα πως είδα τον ουρανό σφοντύλι!
Ε, έτσι είσαι; Τον βούτηξα απ’ την κούτρα
μα μου τραβάει μια αυτός ανάποδη στα μούτρα
που μού φυγαν δυο δόντια και μ’ άνοιξε η κουφάλα
και πάνω κει μου ρίχνει και μια παχιά ροχάλα.
Μου δάγκωνε το σβέρκο, μου ’ριχνε μπινελίκια
που έτσι και τ’ ακούγατε θα βγάζατε μπιμπίκια!
Ε, μ’ έφτασε ως εδώ! Τον πιάνω απ’ τη φαλάκρα
κι αρχίζω πριονίζω τα δυο του κάτω άκρα.
Αυτός εκεί, συνέχιζε «κανάγια, συμμορίτη!»
Τον πιάνω απ’ τα ρουθούνια, του κόβω και τη μύτη.
Ο γέρος το χαβά του «κοπρόσκυλον, γουρούνι!…»
Α πια δεν υποφέρεσαι˙ του κόβω το τσουτσούνι
του βγάζω τα σπληνάντερα, του κόβω και τα χέρια
κι αρχίζω πελεκάω τα δυο του κωλομέρια…
ΧΟΡΟΣ:
Τα δυο του κωλομέρια;!!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τα δυό του κωλομέρια!
ΧΟΡΟΣ:
Μα είσαι βέβαιος γι αυτό, το λες με σιγουριά;!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Αν είμαι βέβαιος; Τι λέτ’ εσείς;
Να μην είχε δυο αλλά καμιά δωδεκαριά;
Οι άνθρωποι συνήθως πόσα έχουν κωλομέρια;
ΧΟΡΟΣ:
Ω αλί και τρισαλί, τ’ ειν’ τούτα τα χαμπέρια;
Στα έλη βυθιζόμεθα και μεσ’ στα βαλτονέρια!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Προς τι τα μοιρολόγια, προς τι αυτή η μιζέρια;…
ΧΟΡΟΣ:
Ω Δία, συ που κυβερνάς τον ήλιο και τ’ αστέρια
χάνουμε τα καλάθια, τ’ αυγά και τα πανέρια!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Προς τι οι κλαυθμοί κι οι οδυρμοί;
Να σας διαβάσει θα ’πρεπε μήπως καμιά ιέρεια;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Πες μας πού έγινε αυτό κι αν έγινε παλιά…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Λίγο πριν σας γνωρίσω και με κάν’ τε βασιλιά.
Τριγύριζα εδώ κι εκεί
στο δρόμο προς τα Τρίκαλα, μέσα στην αντηλιά…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Στο δρόμο προς τα Τρίκαλα;!…
Κάπου κει στα δυο στενά;!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δεν το καρατσεκάρισα. Κάπου εκεί τρόπον τινά…
ΧΟΡΟΣ:
Ω ουρανέ λυπήσου μας, τι ειν’ τούτα τα δεινά;
Ω αλί και τρισαλί, ω αλί και τρισαλί!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Θα πάψετε επί τέλους ετούτο το βιολί;
Αλί και τρισαλί, αλί και τρισαλί
μου ’χετε πρήξει τη χολή!
Πέστε μου τι συμβαίνει να μη σας πάρει ο διάλος…
ΚΡΕΩΝ:
Τίποτα ακόμα δεν κατάλαβε ο κάλος!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Κάλο αν με ξαναπείς θα την αρπάξεις σβουριχτή!
ΚΡΕΩΝ:
Κείνος εκεί ο γέροντας που ’χες απάνω του ριχτεί
εκείνον που κομμάτιασες κι έκοψες φέτα φέτα
και τ’ άντερά του έχυσες σαν να ’ταν ομελέτα
κι όλους με θλίψη έριξες στου πένθους το βυθό…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ποιος ήταν˙ κάνας μπάρμπας σου;
Πολύ θα το φχαριστηθώ!
ΚΡΕΩΝ:
Αυτός που τα κομμάτια του βάζαμε στο μανδύα του
και με τιμές και θρήνους κάναμε την κηδεία του…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Λέγε μη βλαστημήσω την Ήρα και το Δία του!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Ήτανε ο Λάιος, αυτός κι η συνοδεία του!
Αυτόν με τρόπο εσκότωσες βάρβαρο και τραχύ!
ΧΟΡΟΣ:
Ω αλί κι αλίμονον, τέτοια βαριά ενοχή
να την αντέξεις πώς μπορείς, με τι απαντοχή!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ο Λάιος;!!…
Αδύνατον˙ πώς μπορεί να ’ταν αυτός;
ΚΡΕΩΝ:
Όπως τον εκατάντησες˙ σαν γλίτσα και πολτός.
ΧΟΡΟΣ:
Κι άψυχο τον παράτησες κι οι γύπες τον αδράξαν…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Κι ως τώρα εμείς νομίζαμε πως λήσταρχοι τον σφάξαν…
ΧΟΡΟΣ:
Πως εφονεύθη ο δυστυχής υπό τινών αγρίων…
ΚΡΕΩΝ:
Μα όχι˙
το θάνατο τον βρήκε απ’ αυτόνα τον αχρείον!

Να τος ο φονιάς λοιπόν, να τος ο δολερός
και ο θυμός μας πάνω του ας πέσει τρομερός!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ!
ΧΟΡΟΣ:
Ω κακομοιριασμένε, τι σου ’μελε να πάθεις
μ’ αυτά που μας μαρτύρησες ετέλειωσες κι εχάθης
και τώρα ενώπιον του λαού δετός θα προσαχθείς!
ΚΡΕΩΝ:
Και σαν κοινός κακούργος θα πρέπει να διωχθείς!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ! Ωιμέ τι έκαμα, τι πράξις ειδεχθής!
Ωιμέ εγώ ο δόλιος, ωιμέ τι σπαραγμός!
ΧΟΡΟΣ:

Των Ερινύων τώρα θ΄ αρχίσει ο διωγμός˙
Μεσ’ στην ψυχή του κόλαφος κι ανείπωτος τριγμός!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωωωω,
νοιώθω να γκρεμίζομαι στου Τάρταρου τα βάθη.
Τι τερατώδη έπραξα και τι φρικώδη λάθη!
ΧΟΡΟΣ:
Οδύρεται ο δυστυχής μ’ αυτά που έχει μάθει˙
θρηνεί που τ’ άκουσε όλ’ αυτά κι είναι ακόμα ζωντανός!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ κι ωχού τι έκαμα εγώ ο ελεεινός˙
εγώ ο Οιδίπους, ο πολύς, ο μέγας και τρανός!
ΧΟΡΟΣ:
Θρηνεί γι αυτό που έκαμε, τ’ απαίσιο και φριχτό!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω αλί,
θρηνώ που δεν εκράτησα το στόμα μου κλειστό!

Τι το ’θελα ο ανόητος να τους τα μαρτυρήσω˙
δεν ήταν το ρημάδι για λίγο να το κλείσω;
Τι το ’θελα και το ’ριξα στην πάρλα ο σερσέμης;…
ΧΟΡΟΣ:
Ω αλί, γι αυτό λοιπόν βαρυγκωμείς και τρέμεις;!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τι το ’θελα και άνοιγα το στόμα μου ο γκαντέμης;
Ωιμέ, τι τό θελα εγώ ο δυστυχής;
ΧΟΡΟΣ:
Κι εμείς που γελαστήκαμε πως είχε τύψεις ενοχής!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πώς πιάστηκα στο δόκανον εγώ σαν τας μπεκάτσας;
Διατί τα παραφούσκωσα και έβαλα και σάλτσας;
Τι το ’θελα και ήρχισα μπουρ μπουρ σαν τας κυράτσας;
ΚΡΕΩΝ:
Τι τον θωρείτε χάσκοντας, αυτός είναι για μπάτσας!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ, πως τό παθα εγώ τ’ ολίσθημα ετούτο;
ΚΡΕΩΝ:

Για φάτε έναν βασιλιά, για φάτε ένα φρούτο!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω αλί κι αλίμονον τον βαριοχτυπημένο˙
ω αλί και τρισαλί κι αλί μου τον καημένο!

(Η Ιοκάστη, εξερχομένη εκ των ανακτόρων, αναστατώνεται εις την θέα του ολοφυρόμενου βασιλέως)

ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τι έπαθε ο Οιδίπους και χτυπιέται σαν βλαμμένο;
Τι μου τον εκάνατε; Ποιος μου τον στεναχώρησε;
ΧΟΡΟΣ:
Ω να τη και η χήρα, πάνω στην ώρα όρισε!…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Έλα εδώ μικρούλη μου…
Να του σφουγγίσω εγώ τα δάκρυά του τα καυτά…
ΧΟΡΟΣ:
Τώρα ποιος θα της τα πει τα νέα τα φριχτά;
Πως ο Οιδίπους ειν’ αυτός, μα τη σεμνή Κυβέλη
που σκότωσε τον Λάιο σαν το σκυλί στ’ αμπέλι;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Οιδίπου, τι λένε εδώ αυτοί οι κατσιβέλοι;
Μη με γελούν τα ώτα μου, μην έχουνε βουλώσει;
Μην τούτοι οι παρακατιανοί έχουνε παλαβώσει;
Λένε πως τον Λάιο εσύ είχες σκοτώσει;!
ΧΟΡΟΣ:
Τώρα κανένας δεν μπορεί, Οιδίπου, να σε σώσει˙
θα πέσεις και θα κοιμηθείς εκεί οπού ’χεις στρώσει.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Οι οφθαλμοί μου θόλωσαν, τ’ αφτιά μου έχουν στουμπώσει.
Απάντησέ μου γρήγορα, τα φίδια μ’ έχουν ζώσει.
Πες μου αν είναι αλήθεια αυτό, μου έρχεται ζαλάδα…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Γρήγορα στη βασίλισσα μία πορτοκαλάδα!…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Λέγε λοιπόν˙
Απ’ το δικό σου χέρι ευρέθηκε σφαγμένος;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δε σ’ άκουσα λατρεία μου… ήμουν αφηρημένος…
ΧΟΡΟΣ:
Ρωτά ποιος είναι ο φονιάς, να της τ’ αποκαλύψεις.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Θέλω όλα να τα πεις κι ουδέν να αποκρύψεις.
Χάνομαι, αντραλίζομαι, κάντε μου λίγο φως…
Ειπέ μου αν ειν’ αλήθεια, ειπέ μου επακριβώς!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Θα σου ειπώ…
ε… δια ποίον πράγμα ακριβώς;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ειπέ μου αν ειν’ αλήθεια αυτή η κατηγόρια.
ΚΡΕΩΝ:
Τώρα να ιδούμε τι θα πει που άρχισαν τα ζόρια.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δια ποίαν κατηγόρια μου ομιλείς, γλυκειά μου;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ωω,
μοίρα μου μαυροφόρετη, μοίρα μου τραγικιά μου˙
τη θύρα της αλήθειας στηθοχτυπώντας κρούω!…
Συ σκότωσες τον Λάιο;…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εγώ, αν το ’κανα αυτό;…
Πρώτη φορά τ’ ακούω.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω Άρτεμις σ’ ευχαριστώ, και πήρα μια λαχτάρα!
ΚΡΕΩΝ:
Μα ψεύδεται κατάφωρα, αυτό είναι ψεματάρα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σκάσε γιατί αν έρθω κει σου άλλαξα τη φάρα…
ΚΡΕΩΝ:
Μα πέστε κάτι και εσείς, μη κάν’ τε τη γαργάρα!…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Κρέων, διατί φωνάζεις συνέχεια σαν χαχόλος;
ΧΟΡΟΣ:
Ω άνασσα, τον Κρέοντα δεν τον κινεί ο δόλος˙
ο Οιδίπους είναι ο φονιάς μα ψεύδεται ασυστόλως.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Τα γεγονότα να μας πει και παρ’ εσύ αποφάσεις.
ΚΡΕΩΝ:
Θα ιδείς που μοναχός του θα πέσει σ’ αντιφάσεις.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
… Καλά λοιπόν. Οιδίπου, στο εδώλιον θα σταθείς
κι εμπρός ενώπιον του λαού θα απολογηθείς.
Τι αντικρούεις το λοιπόν εις την κατηγορία;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Θ’ απαλλαχθώ της ρετσινιάς χωρίς συνηγορία.
Ευθύς θα αποδείξω, εμπεριστατωμένα
πως δεν σχετίζεται ο φονεύς του Λάιου μ’ εμένα.
Επιχειρήματα ισχυρά θα φέρω κι αποδείξεις
– ατράνταχτα, ακλόνητα, χωρίς ήξεις αφίξεις –
πως δεν οφείλεται σ’ εμέ του Λάιου ο σφαγμός…
ΚΡΕΩΝ:
Μα τι μας λέει τώρα, αυτό ειν’ εμπαιγμός…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Όχι, αν θυμηθείτε τι έλεγε ο χρησμός.
Πως του γερο Λάιου ο απαίσιος δολοφόνος
δεν θα ν’ παρά το τέκνο του, ο ίδιος του ο γόνος.
Αυτός δεν θα τον σκότωνε με μίσος και με πάθος;
Αυτό δεν έλεγε ο χρησμός ή κάνω κάποιο λάθος;
ΧΟΡΟΣ:
Δεν κάνεις λάθος ως εδώ, αυτό είπαν οι Δελφοί˙
πως τάχα απ’ το τέκνο του θα είχε φονευθεί.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μήπως θ’ αμφισβητήσετε τώρα και τους χρησμούς;
ΧΟΡΟΣ:
Όχι, ειν’ σαν να βάζομε φυτίλια στους θεσμούς.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μήπως εις χρόνο ανύποπτο ή σε στιχομυθία
υπέδειξε ως σφαγέα του εμένα η Πυθία;
Το όνομά μου ουδέποτε ανεφέρθη στο χρησμό;
ΧΟΡΟΣ:
Το όνομά σου όχι, δεν το λέει στο χρησμό…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Λοιπόν, πώς μου την πέφτετε με τέτοιο κυνισμό;
Τι θράσος που το έχετε να με κατηγοράτε;
Διατί τον γιο του ως φονιά δεν τον καταζητάτε;…
Τα λέω καλά, ω εύχαρις; Μην έχω κάπου λάθος;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τα λες πάρα πολύ καλά. Η αγόρευση έχει βάθος.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Κι αφού λοιπόν για τον φονιά ξεκίνησε διωγμός
ψάξτε τον κανακάρη του˙ το λέει κι ο χρησμός.
Πώς μπορεί κοτζάμ χρησμό αψήφως να αρνιόμαστε;
Ή θα πιστεύουμε χρησμούς ή θα κοροϊδευόμαστε!
ΚΡΕΩΝ:
Μα αν είναι έτσι, ω άνασσα, να ψάξομε τον γιο σου
κι αφού σιδηροδέσμιο στη Θήβα τον εμπάσουμε
συνοπτικά και εν σπουδή να τον καταδικάσουμε
κι απ’ έξω από τα τείχη ευθύς να τον σφαγιάσουμε.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τον υιόν μου; Το δικό μου το παιδί;!…
Ποιο ζώον το κατηγόρησε;!
ΧΟΡΟΣ:
Μα ο Οιδίπους λίγο πριν, φονιά δεν το θεώρησε;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Για το παιδί μου μίλαγες εδώ και τόσην ώρα;!!
ΚΡΕΩΝ:
Τώρα δικέ μου να σε δω, τώρα θ’ αρχίσ’ η μπόρα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μα αφού είπα ο γιος του Λάιου, εσύ τι εφαντάστεις;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Είπες ο γιος του Λάιου, όχι της Ιοκάστης!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ίδιο παιδί δεν είχατε; Διατί σε πιάνει κρίσις;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ε, και λοιπόν; Δε θα ’πρεπε να μου το διευκρινίσεις;
ΚΡΕΩΝ:
Πολύ σωστά μιλάει˙ δεν θα ’πρεπε να της το ενθυμίσεις;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Δεν πήγε το μυαλό μου πως εννοείς το γιο μου!
Να λες πως είναι ο φονιάς χωρίς να κοκκινίζεις
και ήλους μεσ’ στα στήθια μου και πρόκες να βυθίζεις!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω θέλγητρον, ησύχασον, μη κλαις και μη τσιρίζεις!…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Το γιόκα μου που έχασα μέσα στην ερημιά!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω τρυφηλά, ηρέμησε, σου τρέχουν τα ζουμιά…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Να ρίχνεις εις τον γιο μου τέτοια λάσπη και βρωμιά;!…
ΧΟΡΟΣ:
Το λέει για να πάθει ο γιος σου τη ζημιά
και να μη διεκδικήσει απ’ την κληρονομιά.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τι ειν’ αυτά που λέτε, για ποια κληρονομιά;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τίποτα, κάτι ασήμαντον, μη δίδεις σημασία…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τι εξυποννοείτε μ’ αυτή την εικασία;
ΧΟΡΟΣ:
Δεν ξεύρεις τίποτα λοιπόν, ζεις μεσ’ στην αφασία;
Εδώ ο τόπος βούιξε λες και βαρούσαν ντέφια
αφού τυγχάνει ο γιος σου με τον Οιδίπου αδέλφια!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ο γιος μου κι ο Οιδίπους;!!…
Μπας κι είστε διεστραμμένοι;
ΧΟΡΟΣ:
Μα δεν το λέμε εμείς αυτό, ο ίδιος επιμένει.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τι λένε Οιδίπου αυτοί εδώ;!… Λέγε, θα την ψωνίσω…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μισό λεπτό λατρεία μου και θα σου εξηγήσω…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Εξήγησέ μου γρήγορα για θα μου στρίψ’ η βίδα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Κι εγώ πριν λίγο το ’μαθα και μού ρθε κεραμίδα.
Πίστευα πως οι γέροι μου μ’ είχαν μοναχοπαίδι.
Μόλις πριν λίγο έμαθα γι αυτό το κωλοπαίδι…
Μα πώς να φανταστώ ποτέ πως θα υιοθετούσανε˙
αφού σας λέω, μοναχά εμένα αγαπούσανε.
Ήμουν γλυκόπιοτο μωρό και τόσο με λατρεύανε
που απ’ την πολύ λατρεία τους μ’ ονόμασαν Ηδύποδα…
ΚΡΕΩΝ:
Μας κοροϊδεύεις;
Τι σχέση έχουν όλ’ αυτά και σ’ έβγαλαν Οιδίποδα;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εκ του ηδύ, ήτοι γλυκόν˙ κι από τη λέξη δίποδα.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Και τι σημαίνει τούτο δω;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σημαίνει το γλυκό μωρόν, το πιο γλυκό απ’ τα δίποδα…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ώστε ηδύ και δίποδα μας κάνουν τον Ηδύποδα;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ασφαλώς…
Μου κάναν τα χατίρια κι όλο με κανακεύαν.
Σαν έβγαινα στην Αγορά οι πάντες με χαζεύαν.
Φορούσα μία κεντητή, μεταξωτή χλαμύδα
γιατ’ είχαμε πολλά λεφτά κι ένιωθα σαν τον Μίδα.
Μου παίρναν δαχτυλίδια ακριβά, λογιώ λογιών
– κι ένα εντυπωσιακό, μεγάλο μενταγιόν˙
το είχα περασμένο με μια χρυσή αλυσίδα
και μέσα είχε μια χρυσή και στρογγυλά σφραγίδα.
Την κρέμαγα επάνωθεν μιας χλαίνης μου ριχτής…
ΚΡΕΩΝ:
Μα τώρα φλυαρίες θ’ ακούμε ολονυχτίς;
Μας νοιάζει εμάς, ω άνασσα, αν φόραγε αλυσίδες
κι αν ήταν τόσο ψώνιο που κρέμαγε σφραγίδες;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Καλά σε λέει Οιδίπου, πού αλλού το ξαναείδες;
Σιγά μην πεις πως κρέμαγες κουδούνια σαν τις γίδες!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Την κρέμαγα να μη χαθεί από απροσεξία˙
δι εμέ είχε τεραστία, πολύτιμον αξία…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Μπορεί απ’ τους γονείς του να ήτο κάποιο δώρον…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δώρα οι γονείς μου μού κάναν κατά κόρον
μα δεν μου δώρησαν αυτοί εκείνη τη σφραγίδα.
Την είχα από γεννησιμιού, πιασμένη μ’ αλυσίδα.
Τη φόραγα ως φυλαχτό απ’ το κακό το μάτι…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Και ποιος σου την εχάρισε, κανείς δεν σου’ πε κάτι;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μήγαρ ο νονός σου, ή έστω κάποιος θείος;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Στο θέμα αυτό κρατούσανε όλοι σιγήν ιχθύος.
Μπορεί να μ’ αγαπούσε ο γέρος μου παράφορα
μα σαν τον ρώταγα γι αυτό εσφύριζεν αδιάφορα.
Ρώτησα δω, ρώτησα κει, έψαξα τα κιτάπια
μα ήταν όλοι ανήξεροι ή κάνανε την πάπια.
Έτσι λοιπόν συμπέρανα κι εγώ εν κατακλείδα
πως ίσως να γεννήθηκα μ’ αυτήνα τη σφραγίδα…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μα πως γεννήθηκες μ’ αυτή, μη λες παλαβομάρες!
Τι, την κατάπιε η μάνα σου ενώ έκανε γαργάρες
κι εσύ που ήσουν έμβρυον, βαθιά μεσ’ στη λεκάνη
είπες, αχ τι ειν’ αυτό, ας δω άμα μου κάνει;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Διατί με ειρωνεύεσαι και όλο με σνομπάρεις;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ ο μικρός Οιδίπους μου, ο τρισπαραπονιάρης!
Ίδιος όπως ο Λάιος˙ κι εκείνος, πεισματάρης,
σαν έχασε τη στρογγυλά κι επίσημη σφραγίδα
– του ’λεγα, άνθρωπέ μου
την τελευταία τη φορά θυμάμαι που την είδα
να την κρατάει το μωρόν από την αλυσίδα…
Ήτο η μέρα η αποφράς, τότε, της εκδρομής
– γιατί την κουβαλήσαμε μαζί, εκ παραδρομής
και του μωρού του άρεζε συνέχεια να την παίζει
να την εγλύφει ενίοτε ή πάνω της να χέζει
κι όλο να την κρεμάει συνέχεια απ’ το λαιμό –
ο Λάιος, σαν του το ’λεγα, έβραζ’ από θυμό.
Ποτέ δεν παραδέχθηκε ότι την είχε χάσει
τότε, μαζί με το μωρόν, επάνω εις τα δάση…
ΧΟΡΟΣ:
Μα τη θυμόμαστε κι εμείς εκείνη τη σφραγίδα˙
ήτανε τεράστια ως να ’ταν λαχανίδα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Όπως και η δικιά μου, και γύρω στη μπορντούρα
είχ’ ένα σχέδιον πού μοιαζε με τραγανή κουλούρα!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αφήστε τα ορεκτικά και μ’ έπιασε λιγούρα…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Κι είχε στας άκρας σχήματα που ομοιάζανε με μύδια…
ΧΟΡΟΣ:

Ολόιδια σαν του Λάιου, σαν μύδια ή σαν κρεμμύδια!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Όλο λαμπράς κουκίδας, ως σουσαμένιο γρέζι…
ΧΟΡΟΣ:
Έτσ’ ήταν και του Λάιου, λαμπρή ως πετιμέζι!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Δεν το διαλάμε λέω γω να στρώσωμε τραπέζι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Είχε και ένα σύμβολο στο μέσον της σφραγίδος…
ΧΟΡΟΣ:
Εν σύμβολο; Τι σύμβολο;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Επίχρυσο κι ολόλαμπρον που έμοιαζε με Λάμδα…
ΧΟΡΟΣ:
Με τι έμοιαζε, με Λάμδα;!!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εγχάρακτο κι ανάγλυφον. Ένα μεγάλο Λάμδα…
ΧΟΡΟΣ:
Ένα μεγάλο Λάμδα;!… Ω μα τον μαύρο Άδη!!
Ω μα τους χθόνιους τους θεούς! Τοιούτο είχε σημάδι;!!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μεγάλο και επίχρυσον, κι άστραφτε το ρημάδι!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μεγάλο και επίχρυσον; Ένα μεγάλο Λάμδα;!!…
Ω Άρτεμις παρθένα μου, ω Αθηνά Παλλάδα!
Βάλτε με να καθίσω, μου έρχεται ζαλάδα!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Γρήγορα στη βασίλισσα κι άλλη πορτοκαλάδα!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Σκοτείνιασα, σωριάζομαι, κάποιος να με μαζέψει…
ΧΟΡΟΣ:
Ω αλί κι αλίμονον, αλί θα μας σαλέψει!
Τι τραγική αποκάλυψη και ποιος να την αντέξει!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τι πάθατε και σκούζετε; Μην έχετε χαζέψει;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Χάνομαι, αντραλίζομαι, φέρτε λίγο νερό…
Κι είπες πως τη φορούσες αυτήν από μωρό;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τον εαυτό μου απ’ όσο να θυμηθώ μπορώ.
Απ’ όταν που στα τέσσερα ακόμα μπουσουλούσα…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω η αμαρτωλή εγώ, εγώ η βαρυπενθούσα
η πολυδύστυχος εγώ, εγώ η χαροκαμένη!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μα γιατί η βασίλισσα βογκά σαν βαρεμένη;
ΧΟΡΟΣ:
Ακόμα δεν κατάλαβες, έρμε, το τι συμβαίνει;
Βαριόμοιρε και δυστυχή, οικτρέ, κατακαημένε!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δε μου τα κάνετε λιανά, χωριάτικα που λένε;
ΧΟΡΟΣ:
Μονάχα σ’ έναν βασιλιά ανήκε η σφραγίδα
που Λάμδα αναπαρίστανε, πιασμένη μ’ αλυσίδα…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω τι φωτιά στα στήθια μου, τι μαύρη θρυαλλίδα!
ΧΟΡΟΣ:
Καημένε, ήταν του Λάιου εκείνη η σφραγίδα!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τι συμφορά με βρήκε, τι μαύρη καταιγίδα!
Μακάριε, ω Λάιε, που είσαι εκλιπών!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Κι ας πούμε ήταν δικιά του, εντάξει, και λοιπόν;
Εκτός και αν… μα όχι, αυτό είναι ποταπόν!
Τι θέλετε να ειπείτε;
Πως πήγα και την έκλεψα εγώ από αυτόν;!
ΧΟΡΟΣ:
Τι μακριά κακόμοιρε που είσαι νυχτωμένος!
Μέσα στη μαύρη άγνοια ακόμα βυθισμένος
και εν συγχύσει τέλεια και πλήρη διατελών!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Κάνε παιδιά μου λέγανε, κάνε να ιδείς καλόν!
Ωχού τα ρεζιλίκια μας να μην τα ιδεί κανείς!
ΧΟΡΟΣ:
Ω Δία, συ που κυβερνάς αστέρας κι απλανείς
τον πόνο ν’ απαλύνεις ετούτης της γυνής!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Κάντε παιδιά μας λέγανε, να γίνετε γονείς!
Ω που να μην τον γένναγα, να ήταν αλληνής!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μια στιγμή… δεν το πιστεύω ότι υπονοείς…
Όχι, αυτό ειν’ αδύνατον, όχι δεν το πιστεύεις…
ΧΟΡΟΣ:
Ω άμοιρε, που στο χαμό αβίαστα οδεύεις
στην τραγική αποκάλυψη μπροστά γιατί κωφεύεις;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω τι πικρά που βγήκανε του γάμου τα κουφέτα˙
φέρτε μου ίνα καρφωθώ με αιχμηράν φουρκέτα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Όχι δεν το πιστεύω, δεν είναι δυνατόν!…
ΧΟΡΟΣ:
Εκείνη η σφραγίδα που ’χες ως φυλαχτόν
κι είπες πως δεν εγνώριζες ποιος σου την είχε δώσει…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ωχού που να με πάρει και που να με σηκώσει!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μα όχι, αυτό ειν’ απεχθές, αυτό είναι νοσηρόν…
ΧΟΡΟΣ:
Μια μέρα αποφράδα με βροχερό καιρόν
ξεχάστηκ’ η σφραγίς αυτή μαζί με το μωρόν
βαθιά μέσα στο δάσος, εις τόπο σκιερόν…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω που μαλλιοτραβιέμαι με κλάμα γοερόν!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Όχι δεν το πιστεύετε, όχι ειν’ τρομερόν…
Ύβρις και όνειδος δι εμέ! Τοιούτο ειν’ αισχρόν!…
ΧΟΡΟΣ:
Την ίδια αυτή σφραγίδα που είχες στο λαιμόν
κρατούσε μετά φόβου σε σκοτεινό δρυμόν
– θυμίσου και ανέμνησον, θηλάζοντα μωρόν…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Όχι, αυτό είναι βδελυρόν!…
Μου λέτε τόσην ώρα
πως πήγα και την έκλεψα εγώ απ’ το μωρόν;!
ΚΡΕΩΝ:
Τόση ώρα αυτό κατάλαβες;!
ΧΟΡΟΣ:
Δεν λέμε πως την έκλεψες εσύ απ’ το μωρόν
αλλά πως ήσουνα ε σ ύ εκείνο το μωρόν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πως ήμουνα ε γ ώ εκείνο το μωρόν;!!…
Μήπως ελωλέψατε και έχετε τζαζέψει;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ωχού που η Θήβα ολόκληρη θα μας κουτσομπολέψει!
ΧΟΡΟΣ:
Ήσουν εκείνο το μωρόν που ενόμιζαν χαμένο
που νόμιζαν μεσ’ στους γκρεμούς πως ήτανε σφαγμένο
μα κείνο όμως επέζησεν ως υιοθετημένο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εκείνο που υιοθέτησαν Πόλυβος και Μερόπη;!
ΧΟΡΟΣ:
Και που τον γέρο – Λάιο εσκότωσεν κατόπι
και τον κατακομμάτιασε μ’ οδοντωτάς χαντζάρας…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Φέρτε μου να χαρακωθώ με αιχμηράς τσατσάρας!
Ω, ρίχτε μου να ζεματιστώ με ένα τσαγερόν!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Λέτε πως ήμουνα εγώ εκείνο το μωρόν;!…
Μα πως, εκείνο το μωρόν ήτο της βασιλίσσης…
ΧΟΡΟΣ:
Ήτανε της βασίλισσας και του Λαΐου επίσης
για τούτο ακούς τους θρήνους αυτής της καψερής.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω μαύρε Λάιε, καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς!…
ΧΟΡΟΣ:
Τώρα κατάλαβες λοιπόν γιατί τα ’χει σαλέψει
γιατί βογκά, μοιρολογά, θρηνεί και τα ’χει παίξει;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
… Τίποτα δεν κατάλαβα, με έχετε μπερδέψει…
ΧΟΡΟΣ:
Μα είναι τόσο αργόστροφος; Κοντεύει να μας ρέψει!
Αν βάλεις το νιονιό σου μια στάλα να δουλέψει
θα ιδείς ότι δεν είσ’ ο γιος Πολύβου και Μερόπης
γι αυτό και όλοι σκούζουν και γίνεται της Πόππης!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σάμπως να μου τα λέτε κομμάτι μπερδεμένα.
Κι αφού δεν είμαι γιος τους, ποιοι μ’ έκαναν εμένα;
Ποιοι ήτο οι γονείς μου, ποιοι μ’ έχουνε σκαρώσει;
ΧΟΡΟΣ:
Μας τέλειωσες, μας ξέκανες, μας έχεις πια γκαστρώσει!
Μα είναι τόσο δύσκολο για να το εμπεδώσεις;
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ Λάιε, που ’θελες γιο για να τον καμαρώσεις˙
και σου ’λεγα, μην αφεθείς, τραβήξου πριν τελειώσεις…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μπορεί στις απορίες μου κάποιος να μ’ απαντήσει;
Η Ιοκάστη ας πούμε, γιατί έχει αφρίσει
κι όλο τραβάει τα μαλλιά˙ κοντεύει να μαδήσει.
Τι με κοιτά σαν την τρελή κι έχει παραφρονήσει;
ΧΟΡΟΣ:
Η μάνα σου είναι βλάκα, αυτή σ’ έχει γεννήσει˙
α πια είσαι ντιπ στούρνος, μας έχεις απηυδήσει!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Η μάνα μου;… Αδύνατον˙ το λέτε σοβαρώς;!
ΧΟΡΟΣ:
Βλέπεις κανέναν από μας να ’ναι γελαδερός;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ω, ωιμέ τον δύσμοιρο! Τι ειν’ τούτο το μαντάτον;!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ, νά παιρν’ αντισυλληπτικό μαντζούνι ή μαντολάτον!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τα μάτια μου θολώνουνε, βουίζουνε τα ώτα!…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Και σου ’λεγα, αχ Λάιε, βάλε καμιά καπότα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Χτυπάνε τα μηλίγγια μου, μου φεύγει η κεφαλή μου!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω που να ξεριζώσω τρίχα τρίχα το μαλλί μου!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ! Ωιμέ τον δύσμοιρο, τον πάλαι κραταιόν!
Θα χάσω τα ματάκια μου απ’ τη μήνη των Θεών!
Θεόστραβος στους δρόμους θα παίζω ακορντεόν!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ωχού οπου γινήκαμε ρεζίλι των σκυλιών!
ΧΟΡΟΣ:
Πόσο βαριά κακόμοιρε και πόσον εκολάστεις!
Δεν απεδείχθης μοναχά ο γιος της Ιοκάστης
μα και του Λάιου ο φονιάς, του γονικού σου ο δράστης!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ, ωχού πατέρα μου, εγώ σε έχω σφάξει;!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ Λάιε, που σ’ είχα μη βρέξει και μη στάξει!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τα δάκρυά μου είναι καυτά, πατέρα μου, και πλέρια!
Εγώ, που σ’ έσφαξα με δυο πριονωτά μαχαίρια
που σου ’κοψα τη μύτη, σου ’βγαλα τα τζιέρια
και που σου τα πελέκησα τα δυο σου κωλομέρια!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Λάιε, τα κομμάτια σου βάζαμε σε τσεμπέρια!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Που ’κοψα το τσουτσούνι σου με ένα πριονάκι!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Θρηνώντας σε μαζεύαμε και με το κουταλάκι!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωιμέ εγώ ο αχρείος, ωιμέ ο καψερός!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αχ Λάιε,
πως γυάλιζ’ η φαλάκρα σου σαν ήσουνα γαμπρός!…
ΧΟΡΟΣ:
Να ο χρησμός που ακέραιος λοιπόν επαληθεύτηκε
κι ο βασιλιάς Οιδίποδας τη μάνα του παντρεύτηκε.
Κι όπως ο Φοίβος πρόβλεψε τη μέρα που εγεννήθη
με τη μητέρα του άσεμνα κι ακόλαστα εκοιμήθη.
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω τι πληγές και τι φωτιές που μ’ άναψες στα στήθη!
Ω να κοιμόμουν δια παντός, να μ΄ έπνιγεν η λήθη!
Ω ν’ άνοιγεν η μαύρη γης δια να με καταπιεί!

(Αλλόφρων και ολοφύρουσα η Ιοκάστη εισέρχεται εντός των ανακτόρων)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:

Μάνα!… Πού πάει σεκλετισμένη;
Μην πάει για να τα πιεί;
Πιάστε την, συγκρατείστε την, δεν ξεύρει τι ποιεί!…

(Ο βασιλεύς τρέχει όπισθέν της ικετεύων, και εισέρχεται και ούτος εντός των ανακτόρων)

ΧΟΡΟΣ:

Να ο χρησμός ακέραιος λοιπόν που επαληθεύθη
κι από τον ίδιο το γιο ο Λάιος εφονεύθη.
Κι όπως πρωτίστως οι Δελφοί κι η μοίρα του κανόνισε
ο Οιδίπους τον πατέρα του αγρίως επριόνισε.

(Εκ του εσωτερικού των ανακτόρων ηκούονται αι γοεραί κραυγαί του Οιδίποδος μετά της Ιοκάστης, διακοπτόμεναι υπό αναφιλητών)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:

Μάνα γιατί με γέννησες˙ παρτάλι βγήκα μάνα!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Παιδί μου, δε σε έπνιγα με μια χεσμένη πάνα!

ΧΟΡΟΣ:
Ό,τι προβλέψουν οι Δελφοί θε να συμβεί στ’ αλήθεια
γιατί δεν λένε ψέματα ποτέ ή παραμύθια˙
κι όποιος τη μαύρη μοίρα του να μεταβάλλει θέλει
αρρήκτως θα την υπερβεί ή θα πνιγεί στα έλη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:

Αχ μάνα μου τον κόρφο σου,
τα στήθια σου μανούλα, ο δόλιος δεν τα γεύτηκα!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Τα γεύτηκες αγόρι μου, μα όταν σε παντρεύτηκα!

ΧΟΡΟΣ:

Ο Οιδίπους, αλαζόνας και μ’ άγριο κομπασμό
εχλεύαζε μ’ αυθάδεια του Φοίβου το χρησμό.
Πού είναι τώρα η έπαρση, πού είναι του η θρασύτης
αφού απεδείχθη θύμα και ταυτοχρόνως θύτης!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:

Μάνα σταμάτα, μάνα μου μην κάνεις καμιά τρέλα…
Μάνα μου σύνελθε, πού πας, στα συγκαλά σου έλα!
Μάνα μου άσε την τριχιά, μάνα μου γύρνα πίσω!…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ας ήταν μια για πάντα η δόλια να σιωπήσω!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μάνα μου μην το κάνεις, όχι δεν θα σ’ αφήσω!
Αχ μάνα, σαν ψωριάρης μονάχος πώς να ζήσω!…

ΧΟΡΟΣ:

Κραυγαί και θρήνοι ακούγονται, ποιος ξεύρει τι συμβαίνει˙
βαριά η κατάρα που αυτήν τη στέγη τη βαραίνει.
Κι ο βασιλιάς Οιδίποδας που τόσον εδοξάστει
άδοξον τέλος θα ’χει, κι αυτός κι η Ιοκάστη.

Είτε είσαι υπήκοος είτε κρατάς το στέμμα
τα αίσχη δεν ξεπλένονται παρά μονάχα μ’ αίμα.
Κι όποιος να πορευθεί ζητά με δύναμη και πλούτον
ας παραδειγματιστεί από τον οίκο τούτον.

Ο οίκος των Λαβδακιδών, ο πάλαι τιμημένος
έρημος πια θα στέκει και καταισχυνημένος.
Εις τον αιών τον άπαντα θα τον δακτυλοδείχνουν
και αναθέματα σ’ αυτόν με όνειδος θα ρίχνουν.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:

Μα να, κάποιος εξέρχεται και θέλει να ομιλήσει.

(Εις την θύραν του ανακτόρου
εμφανίζεται τις εκ των θεραπόντων, ο Εξάγγελος).

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ:

Ω σεις, οι εκ της πόλεως πλέον τετιμημένοι
ήρθ’ η στιγμή η θλιβερά κι η πιο κατηραμένη
ν’ ακούστε των Λαβδακιδών τη μαύρη ειμαρμένη.
Πένθος θα λάβετε πικρό και θλιβερόν πολύ˙
θα κλάψ’ τε, θα βογκήσετε αλί και τρισαλί˙
τόσα και τέτοια κρίματα ετούτ’ η στέγη κλείνει
που ούτ’ ο Γοργοπόταμος ποτέ θα τα ξεπλύνει…
ΚΡΕΩΝ:
Άσε τα λόγια τα πολλά, η υπομονή μου φθίνει˙
πες μας ταχιά και γρήγορα τι διάολο έχει γίνει.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Άσ’ τον να πει τον πρόλογο, θα μπει και στην ουσία…
ΚΡΕΩΝ:
Βαρέθηκα με τα μπλα μπλα, μία γνωρίζω ουσία˙
τελείωσεν ο φαύλος να δω κι εγώ εξουσία;
ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ:
Θα ιδείς. Εκείνος πλέον τίποτα δεν ημπορεί να δεί…
Ο Οιδίπους ειν’ αόμματος. Ο Οιδίπους πια δεν βλέπει!
ΧΟΡΟΣ:
Ω μα του θεόστραβου του Όμηρου τα έπη!
Λες πως κατήντησεν τυφλός, ωσάν τον Τειρεσία;
ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ:
Κι ακόμα τρισχειρότερα…
Σαν τους τυφλούς που επαιτούν έξ’ απ’ την εκκλησία.
ΧΟΡΟΣ:
Ω μα τους δώδεκα θεούς, το σύμπαν το αχανές!
Ειπέ μας το τι έγινε, σπαραχτικαί ηκούοντο φωνές!
ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ:
Κει μέσα εξετυλίχθησαν δραματικές σκηνές.
Η Ιοκάστη μόνη της κλειδώθη στο αμπάρι
και κρέμασε μία τριχιά, γερή σαν παλαμάρι.
Τη μια της άκρη δένει ψηλά απ’ το ταβάνι
την άλλη της την άκρη γερή θηλιά την κάνει
κι αφού για ύστατη φορά εδέησε στον Δία
με μία κατανυκτική, θρηνητική υμνωδία
παίρνει στα χέρια το σχοινί και τη θηλιάν αγγίζει˙
με το χιτώνα απαλά τα δάκρυα σφουγγίζει
και ανεβαίνει στο σκαμνί που υπό του βάρους τρίζει˙
τοιούτο φρικτόν τέλος να δώσει αποφασίζει.
Ηπλώθη νεκρική σιγή˙ μια γάτα νιαουρίζει˙
μα άξαφνα ο Οιδίπους την πόρτα τη γκρεμίζει
βοά σπαραχτικήν κραυγή κι ορμάει οσονούπω
– σκόνταψε και στις σκάλες, τσακίστηκε με γδούπο –
την πιάνει απ’ τα ποδάρια, «Μάνα» της λέει «μη!
Εγώ είμ’ ένας τζερεμές, χαμένο είμαι κορμί!…»
Αυτή το βλέμμα απέστρεψε, ήτο αποφασισμένη.
«Μανούλα μου, αν σε ιδώ μπροστά μου κρεμασμένη
να αιωρείσαι δώθε κει, νεκρή, μελανιασμένη,
να κείτεσαι ως λείψανο, άψυχη ως τα μπούνια
μάνα μου στ’ ορκίζομαι, θ’ αρπάξω δυο πιρούνια
και δίχως να προλάβει ουδείς να με ιδεί
θα τα βυθίσω αγρίως στον αμφιβληστροειδή.
Θα βγάλω τα ματάκια μου, μανούλα, τα μπιρμπιλωτά!…»
Εσιώπησ’ ο Οιδίπους αφού τα’ πεν αυτά
κι εμείς οι υπηρέτες, θρηνομοιρολογώντας
κάναμε πίσω κλαίγοντας κι ακρονυχοπατώντας
γιατί δεν την αντέχαμε μια τέτοια συμφορά˙
το δύστυχο μυαλό μας αυτό δεν το χωρά
να βρει τον οίκον τούτο, τοιούτον πατατράκ…
Και τότε αίφνης, στη σιωπή, ηκούσθη ένα κρακ
σαν το σχοινί με βάρος που απότομα τεντώνει
και αιωρείται δώθε κει χωρίς να χαλαρώνει.
Μουδιάσαμε, παγώσαμε, επέπεσε σιγή
που άξαφνα την έσπασε του Οιδίπου η κραυγή
«Μανούλα τα ματάκια μου, μανούλα μου σκοτάδι˙
μάνα μου δε βλέπω πια ω μα τον μαύρο Άδη!…»
Κι ύστερα έπεσε βαριά του τάφου σιωπή˙
κι εφόσον κάποιος έπρεπε αυτά να σας τα πει
ανέλαβα εγώ αυτό το θλιβερόν το χρέος.
ΧΟΡΟΣ:
Μα το μακρύ του Ουρανού και το βαρβάτον πέος
που η Γαία, η γυναίκα του και μάνα του συγχρόνως
του το ’κοψε για ν’ ανεβεί στη βασιλεία ο Κρόνος
και την τσουτσού του πέταξε εις έναν καρχαρία˙
εδώ λοιπόν τελειώνει του Οιδίπου η ιστορία.
Δεν άντεξε εις την θέα του της μητρός του πτώματος
και θα γυρίζει εδώ κι εκεί ζητιάνος και αόμματος.
Ω τον δυστυχισμένο, τον τρισπικροβαριόμοιρο
στις γειτονιές θα τραγουδά τυφλός όπως τον Όμηρο!
ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ:
Μα να τος που εξέρχεται στο μαύρο του σκοτάδι!
Ω θα γκρεμοτσακιστεί˙ βαδίζει σαν στραβάδι!

(Εισέρχεται ο Οιδίπους, πλην φευ –
αιμορραγών και τάλας˙ αιμόφυρτος
και μπλαβή την όψιν και τους οφθαλμούς,
πελιδνός, παραπατών. Τραγικός).

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:

Ωιμέ!
ΧΟΡΟΣ:
Ω τι συμφορά φρικτή, τυφλός κι ωχρός σαν το χτικιόν!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Αλί μου, ποιος να το ’λεγε πως θά μουν σαν φρικιόν!
ΧΟΡΟΣ:
Ουαί ουαί και τρισουαί, τι θέαμα φριχτόν!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωχού οπου θα τριγυρνώ γογγύζων κι αλυχτών!
ΧΟΡΟΣ:
Μεσ’ σε σφοδράς οδύνας με συντριβήν οδεύομε
Τα δάκρυά μας τα καυτά για σένα τα ξοδεύομε
Όλοι σε συλλυπούμεθα και ας μη σε χωνεύομε..
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Διατί με συλλυπείσθε, ω φίλοι αγαπημένοι;
ΧΟΡΟΣ:
Δια τούτο το βαρύ κακό που τώρα σου συμβαίνει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ώστε το μάθατε κι εσείς το τραγικό μου δράμα;
ΧΟΡΟΣ:
Πες τα μας όμως και εσύ να κλάψομεν αντάμα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Ωχού και πώς να σας τα πω, πώς να τα μολογήσω;
Όρμησα στο αμπάρι για να τη συγκρατήσω
γιατί η μάνα μου θηλιά ετοίμαζε να φτιάξει
κι εκεί που οδυρόμουν μην κάνει τέτοια πράξη
κι έκλαιγα και χτυπιόμουν δια να την αποτρέψω
κι έλεγα μην το κάνεις, αυτό δεν θα τ’ αντέξω
κι ενώ η αγωνία μου έφτανε στο απόγειον
άξαφνα όλοι οι δαυλοί σβηστήκαν στο υπόγειον.
Σκότος επέπεσε βαθύ και έρεβος˙ αγχώθηκα˙
αμάν, δεν είναι δυνατόν, πάει λέω, τυφλώθηκα!…
Μάνα μου τα ματάκια μου, μάνα, λέω, σκοτάδι˙
μάνα μου δεν βλέπω πια ω μα τον μαύρο Άδη!
Ω ποιος θεός, εκραύγασα, έτσι να με μισεί;…
Και τότε αντελήφθην πως σβήσαν οι πυρσοί
γι αυτό και τόσο σκότος που είχε απλωθεί
και τζάμπα εγώ που νόμισα πως είχα τυφλωθεί.
Βγήκα ευθύς ψαχουλευτά, σκουντούφλης, στα χαμένα˙
παντού σκοτάδι πήχτρα, με χέρια απλωμένα.
Είδα στο βάθος ένα φως κι εκεί που είπα σώθηκα
ξεφύτρωσε μια πόρτα κι απάνω της καρφώθηκα!
Έβγαλα άγρια κραυγή ως πληγωμένο ζώον˙
λίγο, μια στάλα έλειψε να μη με βρείτε σώον.
Κακάσχημα η φάτσα μου στην πόρτα ετσαλακώθη
το πρόσωπόν μου εξ’ αυτής οικτρώς παρημορφώθη
γιατ’ ήταν τεραστία κι από βαρύ μαντέμι.
Γιατί Θεοί, εκραύγασα, με κάνατε γκαντέμη;
Οργίσθην παραφόρως, μου ήρθε να ουρλιάξω
εβγήκα σκουντουφλώντας, οργίλος, να τον ψάξω
κι αν βρίσκεται ακόμα εδώ, ποιος ειν’ να τον αρπάξω!
ΧΟΡΟΣ:
Μα ποιον γυρεύεις άναξ, μα των σατύρων τους φαλλούς;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εκείνονα τον κίναιδον που’ σβησε τους δαυλούς!
ΧΟΡΟΣ:
Ώστε τα μάτια σου θωρούν;! Δεν έχεις τυφλωθεί;!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Έτσι όπως κατήντησαν…
Όλα θολά τα βλέπω σαν να’ χω στραβωθεί!
ΧΟΡΟΣ:
Δεν λέμε για την πόρτα που είχες καρφωθεί.
Με δυο πιρούνια, μάθαμε, στα χέρια που ’χες πάρει
τα’ μπηξες και τυφλώθηκες μονάχος σου στ’ αμπάρι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Είστε καλά; Τα μάτια τ’ ακριβά μου;
Διατί εθελουσίως να εκβάλω τα στραβά μου;
ΧΟΡΟΣ:
Από τις τύψεις κι ενοχές για την γλυκειά Ιοκάστη˙
Αδίκως κι εξ αιτίας σου δεν πήγε κι εκρεμάστει;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Α, δια τούτον; Ω ναι, το ελησμόνησα…
ΚΡΕΩΝ:
Μα είσαι τόσο αναίσθητος;
Σταλιά δεν νοιώθεις ενοχάς, σταλιά δεν νοιώθεις θλίψιν;
ΧΟΡΟΣ:
Τη φάγανε οι ενοχές, δεν είχε άλλη λύσιν.
Ωχού την κακορίζικη, την τρισδυστυχισμένη
την άμοιρη, την καψερή, τη χαροχτυπημένη!
Ωχού που πήγε αδιάβαστη χωρίς να κοινωνήσει…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Δια τούτο ετρόμαξα κι εγώ, μην πάει ν’ αυτοκτονήσει…
Οι υπηρέται μου’ παν πως έφτιαχνε θηλιά˙
ορμάω αλλόφρων μέσα – πέφτω κι απ’ τα σκαλιά –
κι εκεί που οδυρόμουν δια να την αποτρέψω
μη μείνω ο δόλιος ορφανός – μα και να μη χηρέψω –
διαβλέπω πως ουδόλως ετοίμαζε θηλιά.
Απλώς διπλοκρεμούσε εκείνη την τριχιά
κι από τις δυο τις άκρες της ψηλά απ’ το ταβάνι˙
κι ενώ εγώ οδυρόμουν δια το τι πά να κάνει
κι έκλαιγα και χτυπιόμουν, διπλώνει μια κουβέρτα
τη βάζει επάνω στο σχοινί, στα πόδια της μια μπέρτα
και κάθεται εις την τριχιάν ταχύτατα και σβέλτα
και φτιάχνει μία κούνια κι αρχίζει σούρτα φέρτα…
ΧΟΡΟΣ:
Έφτιαξε μία κούνια κι άρχισε σούρτα φέρτα;!!
Ιαί παπαί, ιατταταί!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Έλα να κάτσεις, μου’ λεγε, στα πόδια μου, στη μπέρτα˙
έλα να κουνιόμαστε κι οι δυο μαζί αβέρτα.
Θα μας αντέξει, τη ρωτώ, αν κάτσομε αντάμα;
Την πιάνει το παράπονον, εσπάραξε στο κλάμα.
«Αγόρι μου», μου λέει, «σαν ήσουν μικρουλάκι
μία χουφτίτσα τόση δα, μία σταλιά μωράκι
σαν μάνα δεν ευτύχησα να σε χαρώ λιγάκι!
Τι κι αν εμεγάλωσες κι αν μου ’γινες αντράκι˙
για εμέ θα είσαι πάντα το μικρό μου πιτσουνάκι!
Τι αν έγινες και τριχωτός˙ στην αγκαλίτσα μου έλα˙
έλα να σε κουνήσω, να κάνεις κούνια μπέλα!
Σπάραξα όταν σ’ έχασα, κόντεψα να πεθάνω˙
έλα μου να σε παίξω, νανάκια να σου κάνω!
Να σε χτενίσω κι όλας με φράντζα και χωρίστρα…
έλα κι η μανούλα θα σου πάρει κουδουνίστρα!…
Παιχνίδια δε σ’ αγόρασα, δε σου’ κανα βαφτίσια˙
έλα να σε κάνω αγκού και να μου κάνεις τσίσια!…»
Βροχή τρέχαν τα δάκρυα, οι μύξες στα ρουθούνια
μα εγώ ήθελα να φύγω˙ στο υπόγειο είχε μαμούνια…
ΧΟΡΟΣ:
Ω μα τα χιονοσκεπή κι απρόσιτα Καμβούνια˙
ώστε δεν εισ’ εσύ τυφλός κι η Ιοκάστη ζει;!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Γιατί, για βλάκα μ’ έχετε κι αυτήνα για χαζή;
ΚΡΕΩΝ:
Νομίζω μας δουλεύουνε κι οι δυο ψιλό γαζί…
ΧΟΡΟΣ:
Ωχού κι εμείς με βογκητά αδίκως εθρηνούσαμε
και τζάμπα οδυρόμασταν και τους μοιρολογούσαμε˙
και ούτε που μας πέρασε στο νουν η υποψία
πως χάθηκε στις μέρες μας η όποια ευθιξία!
Εχάθη το ανάστημα π’ αρμόζει σε ηγέτη…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εσείς το ’χετε βάλει αμέτι μουχαμέτι
να με ιδείτε αόμματο στον Κολωνό επαίτη.
Κι η μάνα μου η άμοιρη; Και πάλι να χηρεύσει;
ΧΟΡΟΣ:
Ωχού κι εμείς οι αφελείς που είχαμε πιστεύσει
πως απ’ τας αμαρτίας των θα είχαν καταρρεύσει.
Αν και στον βούρκο έχουνε κι οι δυο τους κυλιστεί
ούτε τ’ αφτί τους ίδρωσεν ούτ’ έχουνε νοιαστεί.
Σε τι καιρούς εισήλθαμε, τι εποχάς κιτρίνους!…

(Εισέρχεται η Ιοκάστη επί της σκηνής)

ΙΟΚΑΣΤΗ:

Τι θέλει πάλι ο λαός και το ’ριξε στους θρήνους
κράζων μελοδραματικώς ωσάν τους θεατρίνους;
Ετούτη η αναταραχή πέστε μου τι σημαίνει;
ΚΡΕΩΝ:
Να τη και η πνιγείσα, η νεκραναστημένη!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Ω άνασσα,
μιλούμε για το κρίμα το ανόσιον που εξετέθης
αφού μετά του τέκνου σου του ιδίου συνευρέθης…
ΧΟΡΟΣ:
Η πράξις σας ακόλαστος κι απ’ αμαρτίας βρίθει
και ειν’ ενάντιος στα σεπτά και τα χρηστά μας ήθη.
ΚΡΕΩΝ:
Και βέβαια, αφού μ’ αυτόν τον φαύλο εκοιμήθη!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Ω τι φωτιές μ’ ανάβετε και πάλι μεσ’ στα στήθη
με λόγια τόσο ανάρμοστα, πικρά και κακοήθη!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Τον γιο της ξαναβρήκε που χρόνια εστερήθη
κι εσείς κολλάτε στ’ ότι μαζί του επηδήχθη;
ΧΟΡΟΣ:
Ειν’ προσβολή και ύβρις επί παντός εθίμου
και πρόκληση στα ήθη της εκκλησίας του δήμου!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Αν ηθικώς προκάλεσα την εκκλησία του δήμου
ένα μονάχα θα ειπώ˙ αμάρτησα για το παιδί μου!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Καλά τους τα ’πες μάνα!
ΚΡΕΩΝ:
Θαυμάστε έναν άνδρα, θαυμάστε ηγεσία!
Μετά της γραίας του μητρός – ω πόση αναισθησία –
μ’ αυτή τη δόλια τη γριά ήρθε σε συνουσία!…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Γέρικο ειν’ το μάτι σου, άντε μην έρθω κει…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Θα σας πετάξω ένα ρητό μεστό από ουσία˙
Γριά είτε μπαμπόγρια κι αν ειν’ η Εξουσία
γλυκεία θα ’ναι πάντοτε και πάντα εξαισία!
Θα σε μεθά με δύναμην ως μπεκρουλιάρα σκνίπαν!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Ω μα τα λόγια τα σοφά που όλ’ οι μύστες είπαν˙
αυτός δεν έχει απάνω του ούτε ντροπή ούτε τσίπαν!
ΧΟΡΟΣ:
Ω θεοί, τι ειν’ τούτος, πού τον εκαμακώσατε
και μπάστακα στο σβέρκο μας αδίκως εφορτώσατε;
Δία πατέρα Όμβριε, πάτερ θεών τε και ανδρών
διατί μας ταλανίζεις με τούτον τον φαιδρόν;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Ξεφτίζουν στους καιρούς μας οι ήρωες κι οι μύθοι!
Πού είναι πια οι τραγωδοί που διαμορφώναν ήθη
που στηλιτεύαν τα κακά, τα άνομα κι αήθη;
Πιστοί εις τα τραγωδίας, ω μα τον μέγα Ανάχαρση
πιστεύσαμε οι αφελείς πως φτάσαμε στην κάθαρση!
ΚΡΕΩΝ:
Κάθαρσις δεν γίνεται αν δεν παραιτηθεί
και νέος άνδρας εις αυτό τον τόπο να ηγηθεί!…
Ήρθ’ η στιγμή του Κρέοντος και μην αυταπατάσαι…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εσύ από το πλευρό ετούτο να κοιμάσαι…
ΚΡΕΩΝ:
Την Εξουσία αν μπορεί να την πηδάει ο γιος της
το ίδιο αυτό δικαίωμα το ’χει κι ο αδερφός της!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Όταν η μάνα με τον γιο τα μπούτια έχουν μπλέξει
κι όλο το σόι επιζητεί την Εξουσίαν γκόμενα…
ΧΟΡΟΣ:
Τα μπούτια τους όλων αυτών ποίος θα τα ξεμπλέξει
έτσι που έχουν εμπλακεί σφιχτά και διαπλεκόμενα;
ΚΡΕΩΝ:
Ήρθ’ ο καιρός μου τώρα πια εγώ να την αρμέξω.
Μπουκάρω στα ανάκτορα˙ Οιδίπου, δεύρο έξω!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Αν κάνεις πως μπουκάρεις να ξέρεις, θα στις βρέξω!
ΚΡΕΩΝ:
Θα μπω δικαιωματικά και με το έτσι θέλω!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Για κάνε πως ζυγώνεις και θα σου ρθεί μπουγέλο…
ΚΡΕΩΝ:
Δεν θα μονοπωλείς εσύ μονάχα την κορώνα!…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Άλλο ένα βήμα και θα σου ρθεί κοτρώνα…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ:
Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα…
ΚΡΕΩΝ:
Δείτε τον μοναχοφαγά, τον Τύραννο για ιδέστε!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μαλώστε άμα θέλετε μα μη μαλλιοτραβιέστε!…
ΧΟΡΟΣ:
Μα μη μαλλιοτραβιέστε˙
ειν’ η ζωή πολύ μικρή γι αυτό και μη γελιέστε
ο,τι ειν’ να γίνει θα γενεί, στις πίκρες μη χαλιέστε
ο,τι στραβό και να συμβεί στα μάτια να κοιτιέστε.
Σ’ όλα υπάρχει η ιλαρή κι αστεία τους πλευρά
άλλο τα σοβαροφανή κι άλλο τα σοβαρά
Τα καθώς πρέπει, τα ντεμέκ, τα δήθεν κι ισχυρά
θάψτε τα μ’ ένα γέλιο σας, γελάστε ηχηρά.
Μικρές οι αντιστάσεις μας, κρατήστε οχυρά
και πίσω απ’ τα ταμπούρια σας κρατάτε τους γερά
χορεύοντας διονυσιακά τριγύρω απ’ την πυρά
βαρώντας ντέφι και ζουρνά, χτυπώντας ταμπουρά.
Θάψτε στη μιζέρια τους τ’ αγέλαστα πουρά
π’ ασκούν την εξουσία τους με χέρια λιπαρά
που μέσα από καύκαλα κενά και ρυπαρά
μολύνουν τη ζωούλα μας με χνώτα βρωμερά.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Άμα της βάλεις χέρι θα κλάψεις γοερά!
ΚΡΕΩΝ:
Άνασσα αυτός κλωτσάει˙ σηκώνει χέρι και βαρά…
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Με κάνετε κι οι δυο σας να θλίβομαι οικτρά…
Αφού επιτρέψατε ο λαός να μας αμφισβητήσει
εναλλαγή χρειάζεται να ξαναηρεμήσει
πριν να ξυπνήσουν και μας ρίξουν όλους μεσ’ στο ρέμα…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Εναλλαγή;!… Να βάλει αυτός ο άθλιος το στέμμα;!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Μα μια φαμίλια είμαστε, μια φάρα, ίδιο αίμα.
Το ίδιο σόι είμαστε, τι κι αν αυτός το πάρει;
Τώρα, όσο ειν’ καιρός και πριν μας πάρουνε χαμπάρι.
Αλλιώς θα ψάξουν πιο βαθιά και θά βρουν την αιτία.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Μάνα να χάσω το φαΐ, να βγω στην επαιτεία;!
ΙΟΚΑΣΤΗ:
Οιδίπου, κι αν σε ρίξανε σε τούτη τη θητεία
θα ιδείς που σ’ επομένη θα βγεις τετραετία.
Άσε, ετούτη τη φορά ας βγει ο πολυλογάς.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Σωστά, πως δεν το σκέφτηκα˙ στας άλλας εκλογάς!
ΚΡΕΩΝ:
Λαέ μου,
τώρα το σκήπτρον βρίσκεται εις χέρια στιβαρά!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Πίσω έχ’ η αχλάδα την ουρά…
ΚΡΕΩΝ:
Εμπρός δια την ενθρόνιση ν’ αρχίσουνε οι φιέσται!
Λαέ μου πανηγύριζε˙ χορέψτε, φάτε, πιέστε!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ:
Κι αν θέλετε ουρήστε για να μην κατουριέστε…
ΧΟΡΟΣ:
Χορέψτε, φάτε, πιέστε˙
ειν’ η ζωή πολύ μικρή γι αυτό και μη γελιέστε
ο,τι ειν’ να γίνει θα γενεί, στις πίκρες μη χαλιέστε
ο,τι στραβό και να συμβεί στα μάτια να κοιτιέστε.
Σ’ όλα υπάρχει η ιλαρή κι αστεία τους πλευρά
άλλο τα σοβαροφανή κι άλλο τα σοβαρά.
Τα καθώς πρέπει, τα ντεμέκ, τα δήθεν κι ανιαρά
θάψτε τα μ’ ένα γέλιο σας, γελάστε λαγαρά.
Μην αφεθείτε έρμαια στου χρόνου τη φθορά
κι αγγίξτε το κορίτσι σας στο χέρι τρυφερά.
Κι αφήστε και τα όνειρα να βγάλουνε φτερά
πιαστείτε από τη χαίτη τους, την αλογοουρά
και στο στροβιλισμό τους χορέψτε λυγερά
και ρίξτε τους το λίπασμα κι αρχίστε τη σπορά.
Γιατί βρε, δε βαριέστε˙
ειν’ η ζωή πολύ μικρή γι αυτό και μη γελιέστε
ο,τι ειν’ να γίνει θα γενεί, στις πίκρες μη χαλιέστε
ο,τι στραβό και να συμβεί στα μάτια να κοιτιέστε.
Α Υ Λ Α Ι Α
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: