Θέσπις

Προσωπική δημιουργία, αναθεωρήσεις ιδεών και διαταράξεις ιδεοληψιών

Μη φοράτε ποτέ την καπότα στο κεφάλι

Posted by Thespis στο Απρίλιος 11, 2008

του Γιώργου Φωτεινού

Η δουλειά μου είναι καλή και δεν έχω παράπονο, ή τέλος πάντων δεν δικαιούμαι να παραπονιέμαι όταν αντικρίζω το μέγεθος της ανεργίας που υπάρχει γύρω μου. Θα έλεγα μάλιστα ότι είναι αρκετά καλή μια που έχω εξασφαλίσει βασικό μισθό συν ποσοστά – τα οποία, παρεμπιπτόντως, φτάνουν πολλές φορές στο ύψος ενός δεύτερου μισθού. Κι όλα τα έξοδα, διαμονή, διατροφή, καλυμμένα από την εταιρεία, έχοντας σαν περιοδεύων πωλητής στην επαρχία ένα ικανοποιητικό προσωπικό πελατολόγιο που διευρύνεται αργά αλλά σταθερά.

Είμαι ευχαριστημένος σε γενικές γραμμές – όχι βέβαια πως με εκφράζει απόλυτα ή με ξετρελαίνει να χτυπάω πόρτες και να φοράω χειμώνα καλοκαίρι γραβάτα και χαμόγελο για να προωθώ τα προϊόντα και να κρατάω σταθερό το πελατολόγιό μου. Βιολοντσέλο σπούδασα στα νιάτα μου και κάποτε ονειρευόμουν να φτιάξω ένα κουαρτέτο μουσικής δωματίου. Δε βαριέσαι όμως, τα όνειρα είναι για τους ονειροπαρμένους όπως έλεγε κι η μάνα μου. Όλα του γάμου δύσκολα κι η ζωή έχει τις δικές της απαιτήσεις, που καιρός πλέον για τέτοιες πολυτέλειες κι ελαφρότητες. Όταν πέφτω καμιά φορά τυχαία επάνω σε κάποιον από τους παλιούς φίλους που παρέμειναν πιστοί στις «καλλιτεχνικές αναζητήσεις» τους και τους βλέπω να ψάχνονται ακόμη με άδειες τσέπες στερούμενοι ως και τα στοιχειώδη, με πιάνει οίκτος κι ευχαριστώ το Θεό που μ’ έβγαλε γρήγορα απ’ αυτό το λούκι. Η συνταγή που τους προτείνω πάντα είναι απλή: Βρες φίλε μου μια δουλειά να τα κονομάς και να δεις που θα στανιάρεις και θα έρθεις στα ίσια σου, όλα τα άλλα είναι κουραφέξαλα. Όσο για τις «καλλιτεχνικές ευαισθησίες» σου, άνοιξε όσο γίνεται πιο γρήγορα μια τρύπα, θάψ’ τες βαθιά μέσα και ρίξε κι έναν τόνο χώμα από πάνω για σιγουριά. Κάνε κι ένα μνημόσυνο έτσι για το συμβολικό του πράγματος, βάλε και μια μαρμάρινη ταφόπετρα και ξεμπερδεύεις για πάντα μ’ αυτές. Τι φοβάσαι δηλαδή; Ότι θα γίνουν ζόμπι και θα βγουν από τον τάφο τους για να πάρουν την εκδίκησή τους;…

Ένα βράδυ, δεν ξέρω πώς μου ’ρθε, κατέβασα από το πλυσταριό το βιολοντσέλο – το είχα χρόνια παρατημένο εκεί πάνω – κι άρχισα να το κουρδίζω. Παράξενες μνήμες, θαμμένες από καιρό άρχισαν να με κατακλύζουν αλλά δεν έδωσα και μεγάλη σημασία. Μ’ απασχολούσαν άλλα, σοβαρότερα προβλήματα. Η εταιρεία δεν πήγαινε καλά τελευταία λόγω του έντονου ανταγωνισμού και οι ψίθυροι περί επικείμενων απολύσεων άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Δεν ξέρω αν σας το ’χω πει, εργάζομαι σε έναν από τους μεγαλύτερους και πιο ονομαστούς οίκους της χώρας. Κύριο αντικείμενο των εργασιών μας είναι η παραγωγή και εμπορία προφυλακτικών και η δουλειά μου είναι να τριγυρίζω στην επαρχία προωθώντας το εμπόρευμα, επισκεπτόμενους φαρμακεία, πολυκαταστήματα, μίνι μάρκετ, περίπτερα κλπ – ενίοτε και οίκους ανοχής. Εκτός όμως από τον ανταγωνισμό, τελευταία προέκυψε και ένα ακόμη, σοβαρότερο πρόβλημα: Μια παρτίδα βγήκε ελαττωματική. Δεν έγινε αντιληπτό κατά τον τεχνικό έλεγχο, η παρτίδα προωθήθηκε στην αγορά με συνέπεια να ξεσπάσει ξάφνου από παντού κύμα διαμαρτυριών. Μιλάμε για οργισμένες αντιδράσεις, οι πωλήσεις μειώθηκαν απότομα ενώ ο κίνδυνος να αυξηθούν κατακόρυφα στους επόμενους μήνες οι γεννήσεις ήταν ορατός… Ξέρετε, ποτέ δεν μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος μ’ αυτό το ελαστικό πραγματάκι. Αν βγει από τη σειρά παραγωγής ελαττωματικό, με λίγη παραπάνω πίεση κατά τις λεγόμενες πυελικές ωθήσεις μπορεί να σπάσει – και το κακό είναι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει συνήθως στην πιο ακατάλληλη στιγμή. Εξαρτάται πάντα από την ένταση της πίεσης που θα δεχθεί…

Αυτό συνέβη και μ’ εμένα εκείνο το βράδυ. Άρχισα να παίζω αδιάφορα το βιολοντσέλο και σκεφτόμουν τις πωλήσεις που πήγαιναν του σκοτωμού, τους πελάτες που μου ’κλειναν την πόρτα, τη διεύθυνση που με πίεζε φορτικά να πουλήσω, τη γυναίκα μου που με παράτησε πριν από τρεις μήνες γιατί αγάπησε λέει άλλον, το ενοίκιο, τη ΔΕΗ και τα κοινόχρηστα που χρώσταγα και σ’ όλη αυτή τη διάρκεια συνέχιζα να παίζω μηχανικά ενώ η μελωδία από το όργανο με κατέκλυζε όλο και πιο πολύ. Ένιωθα λίγο λίγο σαν να μετατρεπόταν το δωμάτιο σε μουσικό ωκεανό κι εγώ να κάνω σέρφινγκ σε μια θάλασσα από νότες! Μου άρεζε ο τρόπος που έπαιζα και πάλι μετά από τόσο καιρό, μου άρεζαν οι ήχοι που ξεχύνονταν και μου θύμιζαν μια ευτυχισμένη εποχή που μόνον όνειρα υπήρχαν γύρω μου και άφατη αισιοδοξία για το αύριο. Δάκρυσα, παρασύρθηκα για μια στιγμή από τις αναμνήσεις και τις προσδοκίες μιας νεότητας χαμένης πια κι αυτό ήταν το λάθος μου. Τα ζόμπι που σας έλεγα ξυπνήσανε απότομα, σπάσαν την ταφόπετρα και βγήκαν από τους τάφους τους. Ξαφνικά είδα τα νεανικά μου όνειρα να παίρνουν σάρκα και οστά εκεί μπροστά μου, μόνο που τώρα ήταν άσχημα, αποστεωμένα, σχεδόν άψυχα ομοιώματα γεμάτα πίκρα, μίσος και χολή για μένα. Με πλησίαζαν απειλητικά με μάτια απλανή και με τα χέρια απλωτά κι ύστερα, ενώ εγώ είχα καρφωθεί εκεί άφωνος και τρομαγμένος, να μικραίνουν, να μικραίνουν, να μικραίνουν και να μεταμορφώνονται σε κατσαρίδες, δεκάδες μαύρες κατσαρίδες που απομακρύνονταν τρέχοντας στις τρύπες τους…

Τι είναι το μυαλό του ανθρώπου; Μια λεπτή μεμβράνη το προφυλάσσει. Αν η πίεση είναι λίγο παραπάνω απ’ το κανονικό η μεμβράνη θα σπάσει όπως ένα ελαττωματικό προφυλακτικό… Όλο μου το είναι είχε αγκιστρωθεί στις κατσαρίδες που τρέχαν στις γωνίες και στη μελωδία του Βιβάλντι που ασυναίσθητα, μηχανικά συνέχιζα να παίζω κι αυτή η μελωδία τρύπωνε μέσα μου από τις χαραμάδες του μυαλού μου και λες και μ’ εξαϋλωνε…

Τότε ακριβώς συνέβη. Το προφυλακτικό μου έσπασε απότομα. Χιλιάδες νότες άρχισαν να βγαίνουν από το βιολοντσέλο σαν να ήτανε καρτούν και να σουλατσάρουν πετώντας σαν πεταλουδίτσες στο δωμάτιο και ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενα, συσπειρώθηκαν όλες μαζί απέναντί μου, μετατράπηκαν σε σπερματοζωάρια και μου επιτέθηκαν! Χιλιάδες, εκατομμύρια σπερματοζωάρια που εκτινάσσονταν απότομα, τρυπούσαν σαν μικρές βελόνες το κρανίο μου και εισχωρούσανε ταχύτατα πριν προλάβω να αμυνθώ. Διέσπασαν τους μήνιγγες κι άρχισαν να διεισδύουν στον εγκεφαλικό φλοιό κουνώντας τις ουρίτσες τους εφιαλτικά, τα ένιωθα να διασπούν με ορμή τις ίνες του κροταφικού λοβού, να προχωράνε απειλητικά στην παρεγκεφαλίτιδα και να συγκρούονται ορμητικά με το ένα και μοναδικό ωάριο του μέσου εγκεφάλου μου. Ένα από αυτά κατάφερε να το τρυπήσει κι άρχισε να εισχωρεί διεισδύοντας μέχρι τον πυρήνα του…

Ξάφνου διαπίστωσα ότι συνέλαβα. Γκαστρώθηκα. Εδώ, μέσα στις σάλπιγγες του μέσου εγκεφάλου μου. Κατάλαβα αμέσως πως το κρανίο μου θ’ άρχιζε να φουσκώνει μήνα το μήνα και σε εννέα μήνες θα ξεγεννούσα όπως ο Δίας, μέσα από το κεφάλι μου, ένα πλάσμα μοναδικό και υπέροχο όπως κι εκείνος. Ένα πλάσμα που θα με λύτρωνε από τη μοναξιά μ’ ένα του χάδιֹ την αρμονία που την έλεγαν Ρηνούλα, Αλοζανφάν, Λιβάδι, και την είχα δει κάποτε, νέος, μέσα στα όνειρα των αδερφών Ταβιάνι. Τη Ρηνούλα, τον έρωτα των παιδικών μου χρόνων με τις λεπτές κοτσίδες και τ’ ανοιξιάτικο χαμόγελο που θα μ’ έπαιρνε μακριά από τη μιζέρια, στο δικό της κόσμο με τα χίλια χρώματα…

Ήμουν βέβαιος πως αν έκανα εκείνη τη στιγμή υπερηχογράφημα θα μου έλεγαν «συγχαρητήρια κύριε, είναι κορίτσι, θα γίνετε μια υπέροχη μανούλα» αλλά το ήξερα ήδη, δεν είχα ανάγκη τη σύγχρονη τεχνολογία να μου το επιβεβαιώσει. Ήταν γένους θηλυκού το πλασματάκι που κυοφορούσα, ίσως ο ίδιος μου ο εαυτός που τον εγκυμονούσα για να ξαναγεννηθεί, να γίνει ύπαρξη από την ανυπαρξία που μέχρι τότε ζούσα. Όλος μου ο εγκέφαλος έγινε μια τεράστια μήτρα, εγώ ήμουν η μάνα του παιδιού, εγώ ήμουν κι ο πατέρας της Ρηνούλας, εγώ ήμουν και το έμβρυο που κυοφορούσα μέσα μου κι αυτή μου η ανακάλυψη με συντάραξε…

Στην αρχή σκέφτηκα να κάτσω αμέσως να πλέξω ζιπουνάκια, ν’ αγοράσω και μια πιπίλα οπωσδήποτε αλλά διαπίστωσα με τρόμο ότι ο χρόνος έτρεχε με διαφορετικές ταχύτητες σ’ αυτή την αλλοιωμένη διάσταση που βρέθηκα. Κάθε τέταρτο της ώρας ισοδυναμούσε με έναν ολόκληρο μήνα, το κεφάλι μου άρχισε ήδη να μεγαλώνει σαν να ήμουν κιόλας στον τρίτο μήνα μου. Έπρεπε να βιαστώ, προείχε πάνω απ’ όλα να βρω μια μαμή και γρήγορα, πριν σπάσουν τα νερά! Ποια μαμή όμως θα ήταν η κατάλληλη; Χτύπησα βίαια το κεφάλι μου με το χέρι μου «Σκέψου, σκέψου, think, think»… Ένας σιδεράς! Ένας γύφτος σιδεράς που θ’ ανοίξει το κεφάλι μου την κατάλληλη στιγμή βαρώντας το με το σφυρί του όπως έκανε ο Ήφαιστος με το κεφάλι του Δία! Πού θα τον έβρισκα όμως;…

Μ’ έπιασε πανικός, η ώρα περνούσε. Θα προλάβαινα; Είχα καιρό μπροστά μου; Κι αν έβγαινε εφταμηνίτικο;… Πήρα το σακάκι μου κι ετοιμάστηκα να βγω έξω, να ψάξω να τον βρω, όταν μου πέρασε μια φοβερή σκέψη που με παρέλυσε: Το κεφάλι μου σε λίγο θα γινόταν τούμπανο από το φούσκωμα, θα έδινα στόχο έξω στο δρόμο. Οι άνθρωποι είναι κακοί, αν με έπιαναν; Μπορεί… μπορεί να μου έκαναν έκτρωση! Βρέθηκα σε απόγνωση, έπρεπε οπωσδήποτε να βρω τρόπο να καλύψω το κεφάλι μου, να μη δώσω στόχο…

Πήρα αμέσως την απόφασή μου. Άνοιξα γρήγορα ένα κουτάκι από το εμπόρευμα, έβγαλα ένα προφυλακτικό, το μεγαλύτερο σε μέγεθος – Giga Size maximum – κι άρχισα με πυρετώδεις κινήσεις να το φοράω στο κεφάλι μου. Ίδρωσα, ήταν στενό γαμώτο, βόγκηξα αλλά εντέλει τα κατάφερα! Ελαστικό όπως ήταν μου ήρθε κουτί. Έριξα μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη – τέλεια, ότι πρέπει για να μην τραβήξω κανενός την προσοχή. Το μόνο που με χαλούσε ήταν το σακουλάκι του στην κορυφή του κεφαλιού που παρέμενε όρθιο σαν καρούμπαλο.

Βγήκα αμέσως έξω και πήρα τους δρόμους νυχτιάτικα με την καπότα στο κεφάλι. Δεν είχα καλή ορατότητα έτσι όπως μου κάλυπτε η μεμβράνη τα μάτια, έβλεπα όμως αρκετά καλά για να ξεχωρίζω τις σιλουέτες των περαστικών. Τους σταματούσα και τους ρωτούσα όλο αγωνία «μήπως είδατε τη μαμή;» «Ποια μαμή;» ρωτούσαν έντρομοι. «Τον γύφτο που θα με ξεγεννήσει» φώναζα ανυπόμονα. Κάποιοι άρχισαν να ουρλιάζουν, νόμιζαν ότι φοράω κάλτσα στο κεφάλι και θέλω να τους ληστέψω. Πόσο ηλίθιος μπορεί να είναι κανείς για να μην ξεχωρίζει μια κάλτσα από μια καπότα;… Κάποιοι ενδιαφέρθηκαν, στείλαν ένα νοσοκομειακό να με φροντίσει. «Γρήγορα σας παρακαλώ, γρήγορα» είπα στους νοσοκόμους, «είμαι σ’ ενδιαφέρουσα και βρίσκομαι στις μέρες μου». «Μην ανησυχείτε μαντάμ» μου είπαν, «μας έχει ξανατύχει».

Στο μαιευτήριο όλα ήταν καθαρά, κάτασπρα. Με ετοιμάσανε για το χειρουργείο, μου φόρεσαν ένα πράσινο πουκάμισο – διαπίστωσα ότι ήταν άβολο γιατί μου μπλόκαρε τα χέρια. Εγώ επέμενα να έρθει ο γύφτος, δεν τον φέρνανε, με κλείδωσαν μόνο μου σ’ ένα λευκό δωμάτιο. Η ώρα μου πλησίαζε, το ένιωθα που κλωτσούσε κι αυτοί αδιαφορούσαν! Άρχισα να χτυπάω το κεφάλι μου στα κάγκελα, να βροντάω με τα πόδια μου την πόρτα «Γεννάω ρε, γεννάω, φέρτε μου τον γύφτο γαμώτο!…» Με δέσανε στις αλυσίδες. Κατάλαβα, δεν θέλανε να γεννηθώ, προτιμούσαν να παραμείνω στην ανυπαρξία. Αποφάσισα να γεννήσω μόνος μου όπως το κάνουν οι αγρότισσες στα χωράφια. Πήρα φόρα κι έδωσα μ’ όλη μου τη δύναμη μια κουτουλιά στον τοίχο, ούρλιαξα! Το κεφάλι μου γέμισε αίματα, δε μ’ ένοιαζε. Έσφιξα τα δόντια μου κι έκοψα τον ομφάλιο λώρο. Τι πόνος Θεέ μου!…

Μετά δε θυμάμαι τίποτε άλλο. Με βάλανε σ’ ένα κρεβάτι. Όταν συνήλθα μου το είπανε με τρόπο. Το παιδί ήταν νεκρό. Η αρμονία, η μικρή μου Ρηνούλα, η μικρούλα μου γλυκιά ελπίδα ήταν ένα άψυχο κορμάκι. Δεν θα ένιωθα ποτέ το χάδι της. Ήμουν καταδικασμένος να σέρνω το σαρκίο μου μέσα σε μοναξιά αβάσταχτη, μέχρι το τέλος… Η μοναξιά είναι επιλογή ζωής. Την επιλέγουν εκείνοι που την απεχθάνονται και τη μισούν περισσότερο απ’ όλα…

Ίσως ξαναβρεθούμε φίλοι μου. Στους λαβύρινθους του διαδικτύου, στο δρόμο τυχαία ή σε καμιά καφετέρια. Μη φοβηθείτε και μην αλλάξετε δρόμο μόλις με δείτε, δεν φοράω πλέον καπότες στο κεφάλι. Άλλωστε κυκλοφορώ μ’ ένα χαρτί που λέει πως είμαι αποθεραπευμένος, πως μπήκα στο πρόγραμμα επανένταξης και είμαι ακίνδυνος. Δε χρειαζόταν βέβαια ιατρική πιστοποίηση γι αυτό, πάντοτε ήμουν ακίνδυνος για όλους – τη εξαιρέσει εμού του ιδίου.

Είτε βρεθούμε όμως είτε όχι, μην υποτιμάτε ποτέ τα όνειρα και τις βαθύτερες επιθυμίες σας. Δώστε τους αέρα να αναπνεύσουν, μην τα θάβετε και μην τα περιπαίζετε. Αν όμως τύχει και το κάνετε, μην υπερτιμάτε τουλάχιστο τα προφυλακτικά. Διαβάζετε πάντοτε τις οδηγίες χρήσεως, φορέστε τα αργά και με προσοχή να εφαρμόσουν σωστά. Σας προφυλάσσουν αποτελεσματικά από κάθε μολυσματική νόσο του μυαλού… Προσέξτε όμως τις πυελικές ωθήσεις. Αν η πίεση είναι παραπάνω απ’ την κανονική κινδυνεύουν να σπάσουν. Και τότε, τα ζόμπι που θάψατε θα σας επισκεφτούν. Και η εκδίκησή τους, να το ξέρετε, θα είναι τρομερή…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: