Θέσπις

Προσωπική δημιουργία, αναθεωρήσεις ιδεών και διαταράξεις ιδεοληψιών

Ανάσταση (1) Πώς κατάφερε κι αναστήθηκε ο Χριστός;

Posted by Thespis στο Απρίλιος 20, 2008

Ο Χριστός δεν ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που είχε αναστηθεί. Αναστάσεις κοινότατων μάλιστα ανθρώπων υπήρξαν κι άλλες πριν απ’ αυτόν.

Ίσως να μην το γνωρίζουν αυτό όσοι δεν ασχολούνται ενδελεχώς με την Παλαιά Διαθήκη, όσοι την μελετούν όμως γνωρίζουν πολύ καλά ότι πριν απ’ τον Ιησού, είχε εγερθεί εκ του θανάτου ένας νεαρός, ο γιος της χήρας που ανάστησε ο προφήτης Ηλίας! Στο σπίτι της εν λόγω χήρας είχε σπιτωθεί για τα καλά ο προφήτης, τον τάιζε, τον πότιζε, τον έπλενε, (ας μην υποθέσουμε τι άλλο μπορεί να του έκανε για να μην κάνουμε ακατάλληλο το blog) και γενικώς περνούσε μια χαρά ο Ηλίας. Όμως η χήρα είχε κι ένα μικρό γιο που μια μέρα, εντελώς απροσδόκητα, πέθανε. Κλάμα και οδυρμός η καημένη η χήρα αλλά σιγά τα λάχανα για τον προφήτη που δεν ήταν τίποτε αδύνατο γι αυτόν. Ανέβασε τον πεθαμένο γιο στο υπερώο του σπιτιού, έκανε ορισμένα κόλπα ώσπου τον ανάστησε, έτσι απλά! (Γ΄ Βασιλειών ΙΖ: 8-24).

Το ίδιο και ο βοηθός και διάδοχος του προφήτη Ηλία, ο προφήτης Ελισαίος. Ο Ελισαίος πήρε το χούι του δασκάλου του (μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις που λένε), τον σπίτωναν δηλ. κι αυτόν οι γυναίκες, μόνο που αυτός δεν έμπλεκε μόνο με χήρες αλλά και με παντρεμένες! Μια μέρα λοιπόν, ο γιος της κυρίας με την οποία είχε πάρε – δώσε, πέθανε. Έκανε κι ο Ελισαίος όμως ότι έκανε ο Ηλίας. Ανέβασε το πεθαμένο παιδί στο υπερώο, έκανε ότι κόλπα του είχε διδάξει ο Ηλίας ώσπου εντέλει «το παιδίον επταρνίσθη έως επτάκις και ήνοιξε το παιδίον τους οφθαλμούς αυτού» (Δ΄ Βασιλειών Δ: 31-37).

Χωρίς να θέλουμε να υποβαθμίσουμε την ανάσταση του θεανθρώπου, να όμως που είχαν προηγηθεί κι άλλες αναστάσεις πριν απ’ αυτόν. Κι αφού κατάφεραν κι αναστήθηκαν αυτοί οι κοινοί και καθημερινοί άνθρωποι – τα παιδιά των δύο χηρών – ε, υποθέτουμε ότι δεν θα ήταν δύσκολο να το καταφέρει κι ένας θεάνθρωπος!

Πέρα από το χιούμορ όμως – που ως γνωστόν μακραίνει τη ζωή – υπάρχει ένα σημείο σ’ αυτά τα εδάφια που αν το προσέξουμε καλύτερα, ίσως μας βοηθήσει να καταλάβουμε το πώς κατάφερε κι αναστήθηκε ο Χριστός. Ποιο σημείο είναι αυτό; Εκείνο ακριβώς που λέει ότι: «το παιδίον επταρνίσθη έως επτάκις και ήνοιξε το παιδίον τους οφθαλμούς αυτού» (Δ΄ Βασιλειών Δ, 31-37). Κι αφού ο Ελισαίος είχε ακολουθήσει κατά γράμμα τις ενέργειες του δασκάλου του, του Ηλία, το πιθανότερο είναι να είχε «πταρνισθεί έως επτάκις» και ο γιος της άλλης χήρας (εκείνης με την οποία βολευόταν ο Ηλίας).

Μα, θα ρωτήσει εύλογα κάποιος, τι σχέση έχει το… πτάρνισμα με την ανάσταση κάποιου; Φταρνίζονται οι… αναστημένοι;

Απάντηση: Βεβαίως φταρνίζονται! Κι όχι μόνο φταρνίζονται αλλά και παραφταρνίζονται διότι το πτάρνισμα αποτελεί το Α και το Ω σε παρόμοια περιστατικά.

Μας το εξηγεί ο μεγάλος γιατρός του 2ου μ.Χ. αι., ο Γαληνός, του οποίου το έργο προώθησε σημαντικά την ιατρική επιστήμη (συνέγραψε περί τα 500 έργα, τα περισσότερα από τα οποία χάθηκαν κατά τις συστηματικές πυρπολήσεις βιβλιοθηκών από τον τέταρτο αιώνα και μετά).

Λύνοντάς μας την απορία για το λόγο για τον οποίο ο γιος της χήρας φταρνίσθηκε έως και επτά φορές πριν ανοίξει τα μάτια του κατά την ανάστασή του («το παιδίον επταρνίσθη έως επτάκις και ήνοιξε το παιδίον τους οφθαλμούς αυτού»), ο Γαληνός γράφει ότι για τις ληθαργικές καταστάσεις, συνιστά, μεταξύ των άλλων, και «πταρμικοίς χρησόμεθα». Δηλαδή πταρνιστικά! (Γαληνού θεραπευτική Βιβλίο Ν. 10.31.9).

Τι υποστηρίζεις λοιπόν, ίσως αναρωτηθεί κάποιος. Ότι τα δύο αυτά παιδιά που ανάστησαν ο Ηλίας και ο Ελισαίος, δεν είχαν πεθάνει αλλά είχαν πέσει σε κάποιου είδους τεχνητής νάρκωσης (λήθαργο) από τους δύο ευφυείς «προφήτες»; Και ότι αυτοί, χρησιμοποιώντας στη συνέχεια τεχνικές με «παρνιστικά» (όπως αναφέρει ο Γαληνός), τα επανέφεραν;

Ας τα πάρουμε με τη σειρά: Με ποιον τρόπο έπεφταν τεχνητά οι άνθρωποι σε ληθαργική κατάσταση; Συνήθως με μανδραγόρα αλλά και με κατάλληλη χρήση άλλων φυτών. Για ποιο λόγο έριχναν τους ανθρώπους σε ληθαργική κατάσταση; Συνήθως για να τους ναρκώσουν ώστε να επιτευχθεί μια εγχείρηση. Γράφει ο Αριστοτέλης Κούζης, καθηγητής της Ιστορίας της Ιατρικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών:
«Νάρκωση καλείται η δια φαρμάκων ελάττωση της εγερσιμότητας του νευρικού συστήματος μέχρις εξουθένωσης ή καταστολής της λειτουργίας του. Το οδυνηρό αίσθημα του άλγους, νόσων και τραυματισμών, έφερε τους ανθρώπους από αρχαιοτάτων χρόνων στην αναζήτηση μετριασμού ή και καταστολής του. Πιθανότατα εκ τύχης κάποιοι αντελήφθησαν στην αρχή τις ναρκωτικές ιδιότητες των φυτών τις οποίες χρησιμοποίησαν αρχικά εξωτερικώς και αργότερα εσωτερικώς. Ήδη από την αρχαιότητα γνώριζαν τρόπους ναρκώσεως δια πιέσεων της καρωτίδας, και το αιμοφόρο αυτό αγγείο ίσως από το καρόω (ναρκώνω) να ονομάσθηκε καρωτίδα»!
(Αριστοτέλης Κούζης, καθηγητής της Ιστορίας της Ιατρικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το άρθρο του στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη στο λήμμα Νάρκωση).

Ώστε χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι λαοί αναισθητικά σε εγχειρήσεις και λοιπές επεμβάσεις;

«Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι γνωρίζουν το όπιο και την ινδική κάνναβη. Οι Σκύθες κατά τον Ηρόδοτο γνώριζαν την εισπνοή ατμών ινδικής κάνναβης. Στην αρχαία Ινδία αναφέρεται η νάρκωση και η εκτέλεση ανατρήσεως κρανίου του βασιλιά Boja υπό την επίδραση ουσίας με το όνομα zamohini. Ο βασιλιάς ανένηψε από τη νάρκη με άλλη διεγερτική ουσία καλούμενη sanjivini».
(Αριστοτέλης Κούζης, ό.π.).

Για να έχουν τη δυνατότητα στην αρχαία εποχή να κάνουν μέχρι και ανάτρηση κρανίου, σημαίνει ότι ο ασθενής μπορούσε να πέφτει σε πολύ βαθύ λήθαργο!

Εντάξει όλ’ αυτά αλλά ο Ηλίας και ο Ελισαίος έδρασαν στην Ιουδαία. Ήταν γνωστές τέτοιες μέθοδοι στους Εβραίους;

«Οι Εβραίοι στο Ταλμούδ επί Ελεάζαρ αναφέρουν εγχείρηση μετά από λήψη ναρκωτικού ποτού με το όνομα summa deschintha. Αλλού (σ.σ., στο Ταλμούδ) υπονοείται η δυνατότητα ανώδυνης αποκοπής χειρός, συνηθισμένης τιμωρίας τους χρόνους εκείνους. Για κατάδικους σε θάνατο συνιστάται (σ.σ., απ’ τους Εβραίους και το Ταλμούδ) η χορήγηση κάποιου ποτού. Ίσως δε ο οίνος (σ.σ., όξος) που προσέφεραν στον Ιησού επί του σταυρού, να είχε αυτή τη ναρκωτική δύναμη. Ο Μηλιαράκης* θεωρούσε πιθανό ο οίνος αυτός (σ.σ., που προσέφεραν στον Ιησού) να περιείχε μανδραγόρα, ναρκωτική ουσία που συνήθως εξάγεται δια οίνου ή όξους»! (Αριστοτέλης Κούζης, ό.π.).

* Μηλιαράκης Σπυρίδων (1852 – 1919), καθηγητής βοτανολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, Επιμελητής βοτανικού μουσείου Αθηνών.

Αναφέρεται όμως πουθενά αν ποτίστηκε με οίνο, όξος ή κάτι παρεμφερές ο Ιησούς όταν βρισκόταν επάνω στο σταυρό;
Το αναφέρει ο ευαγγελιστής Μάρκος: «Δραμών δε εις και γεμίσας σπόγγον από όξους και περιθέσας αυτόν εις κάλαμον, επότιζεν αυτόν» (Μάρκος ΙΕ: 36)

Αν υπονοούμε ότι ο Ιησούς έπεσε σε λήθαργο λόγω των ουσιών που περιείχε ο σπόγγος τον οποίο αναφέρει ο Μάρκος, από πού συμπεραίνουμε ότι ήταν σε τόσο βαθμό ισχυρές αυτές οι ουσίες που χρησιμοποιούσαν, όπως λ.χ. ο μανδραγόρας, ώστε να πέφτει κάποιος σε λήθαργο και μάλιστα για ώρες;
«Η ναρκωτική δύναμη του μανδραγόρα ήταν πασίγνωστη στην αρχαία Ελλάδα. Υπήρχε ολόκληρη κωμωδία του Αλέξιδος (4ος αι. π.Χ.) που έφερε το όνομα «Η μανδραγοριζομένη». Ακριβώς δε τον μανδραγόρα μεταχειρίζοντο οι Έλληνες προς γενική νάρκωση προκειμένου να εγχειρήσουν ή να καυτηριάσουν τους ιστούς, όπως βεβαιεί ο Διοσκουρίδης: «εφ’ ων βούλεται αναισθησίαν τεμνομένων ή καιομένων ποιήσαιΚαθεύδει δε ο άνθρωπος αισθανόμενος ουδέν επί ώρας τρεις ή τέσσερις… χρώνται (χρησιμοποιούν) δε ταύτην (τη ρίζα μανδραγόρα) οι ιατροί όταν τέμνειν ή καίειν μέλλωσιν… υπνωποιά δε καθίστανται εις τους μυκτήρες (ρώθωνες) προσαγόμενα» Διοσκουρίδης περί απλών φαρμάκων βιβλίο πρώτο 1.11-14).
(Αριστοτέλης Κούζης, ό.π.).

Μαθαίνουμε λοιπόν ότι είναι σε τόσο βαθμό ισχυρός ο μανδραγόρας ώστε τον χρησιμοποιούσαν προς γενική νάρκωση για να καυτηριάσουν τους ιστούς! Κι ότι ο ασθενής παρέμενε μέχρι και τέσσερις ώρες εντελώς αναισθητοποιημένος χωρίς να αντιλαμβάνεται τις τομές ή τους καυτηριασμούς που του έκαναν!

Λέει όμως ότι τους ασθενείς τους ναρκώνανε δίνοντάς τους να εισπνεύσουν μανδραγόρα από τους ρώθωνες. Στον Ιησού όμως, γνωρίζουμε ότι δεν του έδωσαν να εισπνεύσει αλλά ότι του προσέφεραν να καταπιεί το υγρό μέσω του ποτισμένου σπόγγου, πράγμα που εκτός από τον Μάρκο το αναφέρει κι ο Ματθαίος «Και ευθύς έδραμεν εις εξ’ αυτών και λαβών σπόγγον και γεμίσας όξους και περιθέσας εις κάλαμον επότιζεν αυτόν» (Ματθαίος ΚΖ: 48).

Τι αναφέρει επ’ αυτού η ιστορία της ιατρικής; «Την επιτυχή ενέργεια του αναισθητοποιού μανδραγόρα απέδειξε πειραματικώς ο Άγγλος Richardson. Οι Ρωμαίοι εξακολούθησαν να μεταχειρίζονται τον μανδραγόρα ως ναρκωτικό όπως αναφέρουν ο Κέλσος, ο Πλίνιος και ο Απολήιος καθώς αργότερα και οι Βυζαντινοί… Κατά το μεσαίωνα μεταχειρίζοντο τους καλουμένους υπνοφόρους σπόγγους (spongia somnifera)» (Αριστοτέλης Κούζης, ό.π.).

Υπνοφόροι σπόγγοι! Τι ήταν αυτοί οι «υπνοφόροι σπόγγοι» και πώς συνδέονται με τη σταύρωση;

«Οι σπόγγοι αυτοί διεποτίζοντο με ναρκωτικές ουσίες, μανδραγόρα, οπίου, υοσκύαμου, κωνίου κλπ και μετά ξηραίνοντο. Το ναρκωτικό αυτό παρασκεύασμα (confektio soporis όπως απεκαλείτο), πρό της ναρκώσεως ενεβαπτίζετο εντός ύδατος και προσεφέρετο προς εισπνοήν εις τους μέλλοντας να εγχειρισθώσιν. Συνήθως η νάρκωση επήρχετο όχι όπως πίστευαν δια της απλής εισπνοής αλλα δια της καταπόσεως ποσότητος του καταρρέοντος υγρού εκ του βρεγμένου σπόγγου στη μύτη του εγχειριζομένου. Μετά την εγχείρηση χορηγούσαν αναληπτικά προς όσφρησιν, ώστε να αποτραπεί ο ύπνος στον οποίον οι εγχειριζόμενοι εβυθίζοντο για μέρες μετά την εγχείρηση». (Αριστοτέλης Κούζης, ό.π.).

Δια της καταπόσεως του κατάλληλου μείγματος λοιπόν, μέσω του βρεγμένου σπόγγου, έφερναν σε κατάσταση πλήρους νάρκωσης τον ασθενή!

Κάτι παρόμοιο δεν συνέβη και με τον Ιησού; Στον οποίο του πρόσφεραν τον σπόγγο, προσαρμοσμένο σε καλάμι και ποτισμένο με υγρό, πράγμα που αναφέρει κι ο Ιωάννης: «Έκειτο δε εκεί αγγείον πλήρες όξους και εκείνοι γεμίσαντες σπόγγον από όξους και περιθέσαντες εις ύσσωπον προσέφεραν εις το στόμα αυτού» (Ιωάννης ΙΘ: 29).

(«Ύσσωπος» είναι το κλαδί. Το πιθανότερο όμως είναι να σφάλλει ο Ιωάννης και να έχουν δίκιο ο Ματθαίος κι ο Μάρκος που μιλούν για καλάμι κι όχι για ύσσωπο).

Αν το καλοσκεφτούμε, δεν προκαλεί απορία το πώς βρέθηκαν εκεί, δίπλα στο σταυρό, επάνω στο λόφο του Γολγοθά, ένας κουβάς με «όξος»; Κι ένα κατάλληλα διαμορφωμένο καλάμι και ο σπόγγος προσαρμοσμένος πάνω του; Διότι μας έμαθαν ότι οι Ρωμαίοι, όταν δίψασε, του έδωσαν να πιει ξύδι με το σφουγγάρι. Θα πρέπει δηλ. να δεχθούμε ότι οι Ρωμαίοι κουβαλούσαν κάθε φορά πάνω στον Γολγοθά έναν κουβά με ξύδι, μόνο και μόνο για να κάνουν πλάκα σε κάποιον φουκαρά που θα είχε την ατυχία να διψάσει πάνω στο σταυρό;

Άλλωστε, το σπόγγο με το ξύδι ΔΕΝ του το πρόσφερε Ρωμαίος. ΠΟΥΘΕΝΑ στα εδάφια δεν γίνεται λόγος ότι τον σπόγγο τον βούτηξε στο «ξύδι» και του τον έδωσε Ρωμαίος στρατιώτης, αυτό το βλέπουμε μόνο σε γλυκανάλατες ταινίες τύπου Φράνκο Τζεφιρέλι. Το ακούγαμε βέβαια και στο σχολείο από τους θεολόγους ώστε να πειστούμε ότι δεν έφταναν τα τόσα βάσανά του Χριστού, του δώσανε να πιει και ξύδι συν τοις άλλοις τη στιγμή που εκείνος ζήταγε νερό!

Με το που ρούφηξε το υγρό απ’ το σπόγγο (ένα μείγμα μανδραγόρα, οπίου, υοσκύαμου, κωνίου κλπ), έπεσε αμέσως σε βαθιά νάρκη. Κανένας άνθρωπος, ποτέ, σ’ όλες τις αρχαίες μαρτυρίες που έχουν διασωθεί, δεν πέθανε μετά από μία ή μιάμιση ώρα επάνω στο σταυρό. Οι εσταυρωμένοι έκαναν μέρες να πεθάνουν, είτε ήταν καρφωμένοι είτε ήταν δεμένοι στο σταυρό, διότι ακόμη και καρφωμένοι να ήταν, ούτε ακατάσχετη αιμορραγία προκαλείται απ’ το κάρφωμα στις παλάμες και στα πόδια ούτε κινδυνεύει κανείς να πεθάνει σε μία ή μιάμιση ώρα από λοίμωξη.

Στις έξη το απόγευμα βρισκόταν ακόμη στο πραιτόριο όπου ο Πιλάτος συνομιλούσε με το έξαλλο πλήθος (Ιωάννης ΙΘ 14-16). Στις 9 το βράδυ «παραδίδει το πνεύμα» (Ματθ. ΚΖ 45-50, Μάρκ. ΙΕ 33-37, Λουκ. ΚΓ 44-46). Μέσα σ’ αυτό το τρίωρο έπρεπε να ετοιμαστούν οι κρατούμενοι, να καλυφθεί η απόσταση της πομπής από το πραιτόριο μέχρι την έξοδο της πόλης κι από κει η ανάβαση στο Γολγοθά και η σταύρωση. Πόση ώρα πιστεύετε λοιπόν ότι έμεινε εντέλει πάνω στο σταυρό πριν «παραδώσει το πνεύμα»;
Δηλ. πόση ώρα πιστεύετε ότι έμεινε επάνω στο σταυρό πριν βυθισθεί στην αγκαλιά μιας βαθιάς αλλά αναστρέψιμης διαδικασίας που σήμερα ονομάζουμε «γενική αναισθησία»;

Όλα τα στοιχεία που παραθέτω καθώς κι η εκπληκτική συλλογιστική που αναπτύσσεται, τα έχω δανειστεί απ’ το βιβλίο του Μιχάλη Καλόπουλου «ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ» που κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία. Τα στοιχεία που έχει ο συγγραφέας είναι πλήθος και συγκλονιστικά, εγώ παραθέτω μόνον ελάχιστα απ’ αυτά.


Συνεχίζεται εδώ

Advertisements

4 Σχόλια to “Ανάσταση (1) Πώς κατάφερε κι αναστήθηκε ο Χριστός;”

  1. Anonymous said

    Εχει γινει mainstream o Robert Ambelain στην Ελλαδα;

    ;)

  2. Θέσπης said

    Περίκαλλος prkls
    ΜΕ ΤΙΜΕΣ ΑΡΧΗΓΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ…
    Κι ενώ όλοι καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα προσμένοντας με χαρμολύπη την ώρα που το Άγιο Φως θα σκάσει μύτη και θα γίνει δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους, σε ένα σχετικά καινούργιο μπλογκ, ο Θέσπης έχει κάνει μια ενδιαφέρουσα δουλειά, αναδημοσιεύοντας ζουμερά αποσπάσματα από το (προφανώς ενδιαφέρον) βιβλίο του Καλόπουλου με τίτλο «Το θέατρο της σωτηρίας».
    Ο τίτλος της σειράς δημοσιεύσεων του Θέσπι είναι «Πως κατάφερε και αναστήθηκε ο Χριστός;» και γενικά μου τράβηξε το ενδιαφέρον.
    Αν και δεν ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν στο ότι κάποτε έγινε ανάσταση του Χριστού, ωστόσο βρίσκω τη συγκεκριμένη Θέσπεια σειρά δημοσιεύσεων αξιόλογη, και τη θεωρώ σημαντική συμβολή στην αντιμετώπιση της χαρμολύπης των ημερών…
    prkls

  3. ΓΙΩΡΓΗ ΧΟΛΙΑΣΤΟΥ

    ΧΡΙΣΤΟΣ
    To σπίτι της Μαρίας της Μαγδαληνής. Η Μαρία γνέθει στο φως του λυχναριού. Είναι σκεφτική. Μέσα σε ένα ανθοδοχείο κόκκινα τριαντάφυλλα. Μακρινά αλυχτίσματα σκύλων. Βήματα στην αυλή. Η Μαρία κοιτάζει προς την πόρτα. Η πόρτα ανοίγει ΚΑΙ μπαίνει ο Χριστός. Ξαναμμένος, τα μάτια του λάμπουν. Κάθεται σ’ ένα σκαμνί ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο.
    ΧΡΙΣΤΟΣ
    Δώσε μου λίγο γερό…ήτανε μια δύσκολη μέρα…

    (Η Μαρία του φέρνει ένα κύπελλο με νερό. Εκείνος
    πίνει. Σηκώνεται. Δίνει το κύπελλο στη
    Μαρία. Βλέπει για λίγο έξω από το παράθυρο στο
    σκοτάδι. Η Μαρία στέκει όρθια κρατώντας το
    κύπελλο στα χέρια της ενώ ο Χριστός μιλάει)

    Ήρθαν να με πιάσουν.
    Τους ξέφυγα.
    Ήμουνα στο δάσος με τις ελιές-ξέρεις…
    Απόψε τα φύλλα της ελιάς μοιάζανε λόγχες.
    Ένα δροσερό αγεράκι ρίπιζε την
    ψυχή.
    Τ’ αστέρια είχαν πυκνώσει στον ουρανό κι εκείνος
    έμοιαζε στην ποδιά σου, εκείνην που σου χάρισα πέρσι το Πάσχα-αλήθεια, καιρό έχω να σε δω να τη
    φοράς.
    Ήταν όλα ήσυχα.
    Τίποτα δεν ακούγονταν.
    Ξάφνω κάτι έλιωσε κάτω από τα πόδια μου
    βγάζοντας μια μικρή ξέψυχη κραυγή.
    Πάλι μπορεί να μην ήτανε και κραυγή, μπορεί
    κάποιο κλαδί να ‘σπασε.
    Τρόμαξα.
    Ο Πέτρος και οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί.
    Δεν τους ξύπνησα-τι να τους έκανα.-η απόφαση
    ήτανε δική μου.
    Και κείνη η ελιά η τρίκορμη, θυμάσαι; μια
    οικογένεια
    ξύλινη: άντρας, γυναίκα, παιδί.
    Και το φεγγάρι στον ουρανό σαν αρραβωνιαστικός
    της γης, ζητώντας κάθε βράδυ τη συντροφιά της.
    Και ακόμα εκείνη η μικρή κραυγή να τρυπάει
    τ’ αυτιά μου…
    Δεν ξέρω γιατί, στο μυαλό μου ήρθε μια κότα που
    είχαμε όταν ήμουνα μικρός. Δεν είχε καθόλου
    πούπουλα στο λαιμό της και αυτός έμοιαζε με
    κόκκινο σκουλήκι που άρχιζε από ένα κορμί και
    τελείωνε σ’ ένα κεφάλι.
    Κάθε βράδυ η μητέρα την έπιανε και κρατώντας
    την ακίνητη πάνω στον κόρφο της την έψαχνε για
    να δει αν θα γεννούσε την επόμενη μέρα.
    Κάθε φορά που η μητέρα την έψαχνε για
    αυγό, εκείνη έβγαζε μια μικρή κραυγή.
    Εκείνη την κραυγή μου θύμισε αυτός ο ήχος κάτω
    από τα πόδια μου.
    Ύστερα, όπως οι εικόνες έρχονται στο μυαλό σαν
    κρίκοι μιας αλυσίδας που παίζοντάς τηνε στο χέρι
    σταματάς κάθε τόσο και τήνε κοιτάζεις, έτσι ήρθε
    και η εικόνα του δείπνου, όταν τρώγαμε αυτή την
    κότα.
    Την έσφαξε ο πατέρας όταν δε γεννούσε πια.
    Διάλεξα να φάω το λαιμό της.
    Ήθελα να τον νιώσω να σπάζει ανάμεσα στα δόντια
    μου.
    Ήθελα να μπω μέσα στην ουσία του, να βρω την
    πηγή όλων εκείνων των κραυγών που είχαν
    σημαδέψει τόσες παιδικές βραδιές μου.
    Μέθυσα τη μέρα εκείνη.
    Δεν ξέρω αν ήτανε από το κρασί που για πρώτη
    φορά εκείνη την ημέρα ήπια ή αν ήτανε από τη
    ζάλη που μου έφερε η σκέψη ότι έκανα δικόν
    μου, μαζί με το μυστικό που έκλεινε μέσα του, το
    λαιμό εκείνον
    Κάτω στον κάμπο, μακριά, φάνηκαν οι πυρσοί του
    ρωμαϊκού αποσπάσματος.
    Ήξερα πως θα ‘ρχονταν.
    Ένιωσα την ανάγκη να προσευχηθώ.
    Προχώρησα προς την πέτρα.
    Η ψύχρα του βραδιού με περόνιασε.
    Ο νους μου πέταξε στα χρόνια που μαθήτεψα
    κοντά στους δασκάλους. Χρόνια και χρόνια
    μελέτης ώσπου να ‘ρθει ο καιρός να κατέβω και να
    διδάξω-γι αυτό μ’ ετοιμάζανε…
    Ύστερα η γνωριμία μας. Στα Μάγδαλα. Στη λίμνη.
    Τα μάτια σου ήτανε μεγαλύτερά της.
    Θυμήθηκα την Αίγυπτο. Όλα τα θυμάμαι. Τον
    πηγαιμό μας εκεί με τη μητέρα και μένα πάνω σ’
    ένα γαϊδουράκι που ο πατέρας τραβούσε μ’ ένα
    σκοινί.
    Περιστατικά από τη ζωή μας στην Αίγυπτο.
    Ο πατέρας λέει πως δεν είναι δυνατό να θυμάμαι
    τόσο μικρός που ήμουνα.

    Όμως εγώ τα θυμάμαι όλα σα να τα βλέπω τώρα. Η Αίγυπτος! To καταφύγι της φυλής μας σε κάθε μας δυσκολία!
    Παιδί σαν ήμουν, έβλεπα κι άκουγα ανθρώπους να κουβεντιάζουνε με τον πατέρα. Όλοι είχαν κάπως να κάνουν με την Αίγυπτο. Άλλοι περαστικοί από κει, άλλοι πηγαιμένοι εκεί για να κρυφτούν, άλλοι έχοντας εκεί συγγενείς…
    Όταν δεν κινδυνεύαμε πια, ξαναγυρίσαμε στη
    Ναζαρέτ,
    Στο ξυλουργείο του πατέρα μπαινόβγαιναν
    άνθρωποι που θέλανε να διώξουνε τους ρωμαίους.
    «Να λευτερωθούμε!», μου ‘λεγε ο πατέρας
    κοιτάζοντάς με με τα σοβαρά του μάτια.
    «Να μάθεις να πετάς γρήγορα το τόξο και το
    κοντάρι», μου ‘λεγε. Να πολεμήσεις και συ για τη
    λευτεριά μας! Λευτεριά-αυτό είναι η σωτηρία του ανθρώπου-λευτεριά!»
    Πήγαινα μαζί του στο λιβάδι κάθε που πήγαινε να
    συναντήσει κάποιον.
    Καθόμασταν πολλές φορές και τρώγαμε κάτω από
    τα δέντρα, ανάμεσα σε χόρτα ευωδιαστά και
    λουλούδια πολύχρωμα.
    Μαζί του γνώρισα τον κόσμο. Μαζί του γνώρισα το
    χρέος μου: λευτεριά!
    Όταν ο πατέρας μιλούσε με τους άλλους δε μ’
    άφηνε να βρίσκομαι κοντά τους.
    Τότε έβγαινα από τη σκηνή και περιδιάβαζα στους
    γύρω λόφους.
    Κοίταζα τα δέντρα. Έπαιρνα να βλέπω με επιμονή
    ένα σημείο του κορμού τους. Το κοίταζα για
    ώρα, Σιγά σιγά εκείνο γινότανε μια πόρτα που από
    κείνην μπαίνοντας η ματιά μου μέσα στο δέντρο, το
    γνώριζε όλόκληρο από τις ρίζες ως τ’ ακρόφυλλά του.

    ‘Αλλες φορές από το μίσχο μιας πόας έμπαινα μέσα
    στη γη και αντάμωνα τις φλέβες του νερού και της
    φωτιάς της.
    To βράδυ που πιάσανε τον πατέρα εγώ κοιμόμουν
    στον διπλανό λόφο.
    Θυμάμαι τ’ όνειρο που είδα εκείνη τη νύχτα.
    Βρέθηκα μέσα σ1 ένα σύννεφο. Και το σύννεφο λέει
    ήτανε ο θεός. Και δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω μέσα του. Και πάσκιζα να ξεφύγω. Έκανα δεξιά, τίποτα. Έκανα προς τ’ αριστερά, τίποτα. Ό,τι και να έκανα
    βρισκόμουν πάντοτε μέσα στην καρδιά του
    σύννεφου.
    Και θα εχανόμoυνα γιατί δεν είχα τι άλλο να κάνω
    για να γλιτώσω. Και όταν νόμιζα πως ανάπνεα για
    τελευταία φορά, είπα: «Σύννεφο δεν υπάρχει» Και τo σύννεφο διαλύθηκε αμέσως.
    Κοίταξα πίσω μου. Τα φώτα πλησίαζαν. Περπατώντας είχα φτάσει στην πέτρα, προσευχητήριό μου και ερωτική μας κλίνη. Με έβλεπε ακίνητη, αμίλητη, ανέκφραστη, απαθής, σίγουρη για όλα. Σε λίγο οι στρατιώτες θα ήταν εκεί. Ο Ιούδας θα τους οδηγούσε και θα μ’ έπιαναν. Και ο θάνατος με περίμενε ύστερα. Χωρίς αμφιβολία. Έβλεπα κιόλας τον εαυτό μου πάνω στο σταυρό.
    Να προσευχηθώ! Να προσευχηθώ και να ζητήσω από το θεό να διώξει τους στρατιώτες. Να μη με πιάσουν! Να μη με σταυρώσουν! Να μην πεθάνω!..
    Κάποιο πουλί ξεπετάχτηκε αλαφιασμένο και χύμηξε μες από ένα φύλλωμα έξω. To τρόμαξα εγώ ή είχε δει κάποιον εφιάλτη; Χτύπησε πάνω

    στον κορμό της διπλανής ελιάς-έπεσε. Πλήρωσε για την αμυαλιά του να πετάξει τη νύχτα. Κι εγώ, είπα, ένα τέτοιο ανόητο πουλί είμαι που ποιος ξέρει τι βήματα ακούει κι αλαφιάζεται και πετάει μέσα στη νύχτα. Και θα πληρώσω γιατί χαλάω την τάξη του κόσμου.
    Άφηνα τους στρατιώτες να πλησιάζουν. Ήμουν ακόμα αναποφάσιστος: έπρεπε να μείνω και να πιαστώ ή να φύγω για να γλιτώσω; Μια φωνή μέσα μου έλεγε: «μείνε!» και μιαν άλλη μου ‘λεγε: «φύγε!» Η δεύτερη ήταν η δική σου. Α! Η ιδέα από το φως όταν έμπαινε από τον ανοιχτό φεγγίτη της πόρτας, στο σπιτι, στη Ναζαρέτ, πριν ακόμα ο ήλιος φορέσει το λαμπρό του πρόσωπο! Ένα φως ερυθρό βάζοντας φωτιά παντού…και κάπου εκεί, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα υπήρχες εσύ! Και το ίδιο εκείνο φως πίνοντας μεγάλωνες…
    Πάλι χύμηξαν οι σκέψεις, γοργές τώρα όπως ένα βέλος προς το στόχο του.
    Δεκαοχτώ χρόνια, τρεις μήνες και οχτώ μέρες
    έμεινα στο βουνό.
    Κάθε πρωί πριν βγει ο ήλιος έβγαινα από την
    καλύβα μου. Ήθελα να τον αντικρύσω πρώτος εγώ
    απ’ όλους.
    Γιατί το ένιωθα ότι ο ήλιος είναι ο πατέρας μας ο
    αγαθός που όλα μας δίνει.
    Και κάθε μέρα μάζευα όσες ακτίνες του μπορούσα
    για να γίνω κάποτε κι εγώ ένας μικρός ήλιος.
    Και όταν θάρρεψα πως τα κατάφερα θέλησα να φωτίσω κι εγώ τον κόσμο.
    Και κατέβηκα’ και άρχισα να λέω, να κηρύττω.

    Έλεγα…έλεγα…ξόδευα το φως μου…σπαταλούσα
    τις αχτίδες μου…
    Και, ο μωρός εγώ, έλεγα: αγάπη.
    Και πώς εκείνος που κρυώνει θ’ αγαπήσει κάποιον
    που του παίρνει τη ζεστασιά;
    Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που πεινάει αυτόν που του
    κρατεί το ψωμί;
    Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που θέλει γυναίκα εκείνον
    που του την παίρνει;
    Αγάπη!..
    Ήρθα στον κόσμο του μίσους για να μιλήσω γι
    αγάπη…Είμαι λοιπόν ένας ανόητος. Κι έλεγα: «στον
    ουρανό θα βρείτε όλα όσα δεν έχετε πάνω στη γη’
    και θα δείτε εκεί όσους εδώ τα είχαν όλα, να
    υποφέρουν».
    Ο άθλιος εγώ!
    Μου ’λεγαν: Εμείς εδώ πεινάμε. Δεν πεινάμε στην
    άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ διψάμε. Δε διψάμε στην
    άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ
    πονάμε, κρυώνουμε, θέλουμε
    γυναίκα, ματώνουμε. Αυτή είναι η ζωή μας. Δώσε
    μας φαγητό, γυναίκα, ζεστασιά κι ύστερα ξέρουμε
    εμείς ν’ αγαπήσουμε όλο τον κόσμο. Μπορείς;-δώσε
    μας τώρα με έργα τα αγαθά που με λόγια μας
    υπόσχεσαι για όταν θα πεθάνουμε. Εμείς ξέρουμε
    να υποσχόμαστε περισσότερα και καλλιτερα.
    Εμπρός, δώσε μας, αλλιώς είσαι ένας
    τσαρλατάνος. Αυτή είναι η ζωή μας».
    Τους άφηνα να λένε-μα δεν τους ένιωθα.
    Όταν οι άνθρωποι είδανε πως τους
    εγκατέλειψα χρησιμοποίησα όλα τα μαγικά που έμαθα στη διάρκεια της μαθητείας μου.

    Μάταιος κόπος.

    Δυο χρόνια περίμεναν να κάνω κάτι για να τους
    βοηθήσω. Μετά έχασαν την υπομονή τους. Έφυγαν
    όλοι, Δώδεκα μου έμειναν-έντεκα-ο ένας είναι ο
    Ιούδας.
    Κι αυτοί οι έντεκα όταν είδανε πως πλησιάζει ο
    θάνατός μου, τσακώνονται ποιος θα πάρει τη θέση
    μου όταν εγώ θα λείψω.
    Ακούμπησα στην πέτρα.
    Για μια στιγμή αιστάνθηκα σίγουρος για τον εαυτό μου όπως όταν αγγίζω το κορμί σου. Παραλογίστηκα’ θάρρεψα πως ήσουνα εκεί. Κοίταξα στα ριζά της. έκανα το γύρο της για να σε βρω και όταν δε σε βρήκα ξανάπεσα σ το φόβο και στη μοναξιά μου.
    Έπεσα πάνω στην πέτρα μας άπελπος. Και τότε την άκουσα να μου μιλάει. Και ήτανε η φωνή της η φωνή σου: «Ώς πότε θα σε ανέχομαι ψευτοφιλόσοφε; Ως πότε αγύρτη θα σε ψυχώνω; Ύπαρξη κι ενώ αυτού του κόσμου, για τον κόσμο ετούτον γνιάζομαι. ‘Ο,τι πονάει στη γη επάνω, πόνος δικός μου γίνεται ο πόνος του, Όταν ένας άνθρωπος πεινάει πάνω στη γη, ένα στομάχι γίνομαι ολόκληρη που σπαράζει αδειανό. Κι όταν κανένας μουγκανιέται ολομόναχος στο στρώμα του επάνω, φτερά λαχταράω να φυτρώσω και να γίνω γυναίκα να τόνε συντροφέψω. Ετούτος ο κόσμος μας είναι ο κόσμος ο μοναδικός. Αυτή η ζωή είναι η μόνη ανεμοπαρμένε. Κράτα για τον εαυτό σου τα παχιά σου ανόητα λόγια και σπείρε όχι υποσχέσεις αλλά σπόρους σταριού για να ταίσεις τους πεινασμένους. Σύμμαχους προστάτες και βοηθούς τους έχουνε τον πλούτο τους οι πλούσιοι’ δε θέλουνε και σένα. Κι όσοι σε βάλανε τέτοια να κάνεις και να λες, εχθροί ΚΙ εκείνοι των φτωχών. Μπροστάρης τους γίνε και οδήγα τους στο ξεπάστρεμα του πλούτου. Μπορείς;
    Κάποτε, που ποιος ξέρει τι κρύο σε είχε κόψει, είπες
    εκείνος που έχει δύο πανωφόρια να δώσει το ένα
    σε κείνον που δεν έχει κανένα. Το μόνο που εβγήκε
    από το στόμα σου σωστό. Μα και μ’ αυτό τι έγινέ;
    Ποιος έδωσε το δεύτερο πανωφόρι του; To είδες
    και συ-κανείς.
    Ήτανε κι αυτό μια πονηρία σου για να μαζέψεις πιο
    πολλούς. Και να τους κάνεις τι; Για να τους κάνεις
    να σκύβουνε το κεφάλι τους στον δυνατό. Πήρες
    το πανωφόρι από κείνονε που το ‘χει διπλό και το
    ‘δωσες σε κείνονε που δεν έχει; Όχι! Μοίρασες
    δίκια τ’ αγαθά στον κόσμο; Λευτέρωσες τους
    δούλους; Όχι! Όχι! Όχι!
    Πήγαινε χάσου λοιπόν.
    Μη μ’ αγγίζεις και λερώνομαι.
    Αρκετά σ’ ανέχτηκα.
    Φύγε!»
    Και τότε είναι που ξάφνω άστραψε μέσα μου το
    αληθινό φως και είδα.
    Είδα τη ζωή μου
    Μια ζωή χαμένη άσκοπα σε λόγια μάταια και
    ψεύτικα.
    Και την ίδια ώρα έγινε μέσα μου μια πάλη
    πρωτόγνωρη.
    Μια πάλη που άφησε πίσω της όχι νεκρούς και
    τραυματίες μα στάχτες και συντρίμμια. Στάχτες και
    συντρίμμια έγινε η ζωή που μέχρι τότε είχα
    ζήσει. Και νίκησε στη μάχη αυτήν όχι οι σοφοί
    δασκάλοι μου με τα λόγια τους, αλλά η πέτρα και ο
    λαός με τα δικά τους. Ο λαός είναι που έμαθε
    εμένα πώς να ζω και όχι εγώ εκείνον.
    Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου βλέποντάς τον να
    στέκεται καταμεσίς ενός πεινασμένου πλήθους και
    να το λοιδορεί βραβεύοντας την πείνα του, ενώ εκείνοι είχαν το στόμα τους ανοιχτό όχι γιατί τους είχε καταπλήξει η σοφία μου αλλά γιατί περίμεναν να τους ταγίσω.
    Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου θεραπεύοντας
    έναν τυφλό, ενώ είχα ν’ ανοίξω σε μυριάδες
    πρόσωπα τα μάτια για να δούνε την αλήθεια.
    Αηδία για τον εαυτό μου ένιωσα μπαίνοντας στα
    Ιεροσόλυμα να με υμνούν οι άνθρωποι κρατώντας
    βάγια και να μη με καρτερούν κραδαίνοντας
    λόγχες και κοντάρια για να τους οδηγήσω ενάντια
    στον πραγματικό τους εχθρό
    Νιώθω γελοίος και αηδιάζω με τον εαυτό μου
    λέγοντας σε κείνους που τους έκλεβαν και που
    τους σκότωγαν, αυτοί να κάθονται να κλέβονται
    και να σκοτώνονται.
    Ντροπή και πόνος με κυρίεψε για τη χαμένη μου
    ζωή.
    Πήγα εκεί για να προσευχηθώ.
    Και τώρα;
    Όπως εγωιστής και παράλογος ήμουν ως τα
    τώρα, το ίδιο εγωιστής και πάράλογος δε θα ήμουν
    αν προσευχόμουν;
    Δε θα ήτανε παράλογο και κουτό από μένα να
    ζητήσω κάτι από το θεό λες και θα μπορούσα ν’
    αλλάξω εγώ τη βουλή του;
    Άραγε σε κείνη την ομιλία μου στο Όρος, πόσα πλήθη ανθρώπων να κατάστρεψα; Πόσον σπόρο κακίας και απανθρωπιάς δεν έσπειρα.-.πόσους δυνατούς δεν έκανα δυνατότερους… από πόσους δούλους δε στέρησα τον πόθο να αντιταχτούν Σηκώθηκα.
    Τώρα άκουγα κοντά μου τις φωνές των
    στρατιωτών.
    Κοίταξα το χέρι μου: άοπλο.
    Καλλίτερα έτσι.
    Αν είχα ένα μαχαίρι θα είχα πέσει απάνω τους έτσι
    που με είχε τώρα ψυχώσει η νέα μου απόφαση και
    θα ‘χα χαθεί από το πλήθος των στρατιωτών καθώς
    δεν είχα βοηθό κανένανε μαζί μου.

    Φέρε μου εκείνο ΤΟ μαχαίρι που σου είχε δώσει
    εκείνος ο Αμοραίος πληρωμή για μιας νύχτας
    χάδια σου.
    Είναι γερό και κοφτερό.
    Θα φύγω.
    Θα πάω στα βουνά όχι για να σπουδάσω λόγια μα
    για να κάμω έργα.
    Θα μαζέψω συντρόφους που θα τους οπλίσω όχι
    με κούφιες υποσχέσεις, με θολή πίστη και με
    ψεύτικη αγάπη, μα με αλήθειες που όλες τους θα
    καταλήγουν στην άκρη του μαχαιριού τους.
    Θα πάψω να δουλώνω το λαό-θα τον λευτερώσω.
    Όσους προλάβω.
    Όσους μπορέσω.
    Κι όχι μόνο τους ιουδαίους από τους ρωμαίους.
    Υπάρχουνε πολλοί δούλοι με πολλούς δυνάστες
    πάνω από το κεφάλι τους.
    Και υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα.
    Όσους προλάβουμε.
    Όσους μπορέσουμε.
    Και ύστερα θα ‘ρθουν κι άλλοι σαν και μας.
    Που δε θα αναλωθούν σε ψεύτικες αλήθειες.
    Που θα καταλάβουν από την αρχή χωρίς χάσιμο
    χρόνου ποια είναι η αποστολή του ανθρώπου και
    θα βοηθήσουνε να εκπληρωθεί.
    Και κάποτε θα πάψει ο άνθρωπος να υποφέρει.στη βία των αφεντάδων του… Α! Ο Βαρραβάς! Ο Βαρραβάς! Εκείνος διάλεξε το σωστό δρόμο!
    Κι αν θέλεις…σε παρακαλώ Μαρία-σού ζητάω ίσως
    πολλά, μα-όμως, σε παρακαλώ, έλα μαζί μου.
    Χωρίς εσένα δεν μπορώ να κάνω τίποτα απ’ όσα ως
    τώρα σού αράδιασα.
    Έλα μαζί μου.
    Κι όταν- θα με λυγίζει το βάρος των δυνατών το
    φιλί σου θα με δυναμώνει,
    Κι όταν ο φόβος με πεθαίνει, τα γόνατά σου
    ανοίγοντας θα μ’ ανασταίνεις.
    Έλα μαζί μου.
    Μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά.
    Χωρισμένοι τίποτα.
    Έλα μαζί μου.

    (Η Μαρία έβαλε σε μια πετσέτα ψωμί και τυρί, τη δίπλωσε και κρατώντας την στο ένα της χέρι άπλωσε το άλλο στο Χριστό.
    Εκείνος το ταίριασε με το δικό του.
    και βγήκαν στη νύχτα και στον κόσμο.

    Γιώργης Χολιαστός

  4. 12thespis said

    Συγχαρητήρια φίλε μου!
    Το κείμενό σου είναι καταπληκτικό! Ένας εκπληκτικός μονόλογος με τόσο έντονα δραματουργικά στοιχεία που θα μπορούσε άνετα να παρουσιαστεί ως μονόπρακτο σε θεατρική σκηνή.
    Και πάλι συγχαρητήρια!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: