Θέσπις

Προσωπική δημιουργία, αναθεωρήσεις ιδεών και διαταράξεις ιδεοληψιών

Η συγγραφέας Μαρία Μαυρίδου-Καλούδη

Posted by Thespis στο Σεπτεμβρίου 12, 2008

Η Μαρία Μαυρίδου-Καλούδη είναι συγγραφέας, ποιήτρια.

Περιμένει την έκδοση του τελευταίου της βιβλίου (Ιστορικού Μυθιστορήματος).

Πάνω απ’ όλα είναι μια ευαίσθητη ψυχή. Γνωριζόμαστε δια του διαδικτύου, μέσω μιας επιστολής που έλαβα μετά απο ένα άρθρο μου στην οικολογική εφημερίδα «Τα Εν Οίκω Εν Δήμω» για τον βιασμό της φύσης απο εμάς τους «νεοέλληνες» (ή καλύτερα νεοβάρβαρους) ρωμηούς, που με την ίδια ευκολία που γράφουμε τους ορφικούς ύμνους για την Φύση στα παλιά μας τα παπούτσια, με την ίδια ευκολία μετατρέπουμε τα δάση σε οικόπεδα, μολύνουμε πηγές και λίμνες, επιτρέπουμε στην εκκλησία και στα μοναστήρια να κατέχουν με διάφορα προσχήματα απεριόριστες εκτάσεις γης τις οποίες μετατρέπουν σε χρυσίον και διαμαρτυρόμαστε μόνο όταν το παρακάνουν με την βουλιμία τους.

«Ονομάζομαι Μαρία Μαυρίδου-Καλούδη και είμαι συγγραφέας της φύσης και του περιβάλλοντος, όπως μου αρέσει να αυτοαποκαλούμαι. Είμαι όμως και αναγνώστρια της εφημερίδας ΤΑ ΕΝ ΟΙΚΩ ΕΝ ΔΗΜΩ, στην οποία αρθρογραφείτε.

Διαβάζω όλα σας τα άρθρα, με πολύ ενδιαφέρον. Κατανοώ και συμμερίζομαι τις αγωνία σας. Νοιώθω την ίδια απόγνωση όταν σκέφτομαι την κατάντια της φυλής μας. Λατρεύω την φύση και κυριολεκτικά τρελαίνομαι όταν βλέπω ανθρώπους να την βιάζουν αναίσχυντα και απροκάλυπτα. Οι ρεματιές που έχουν μετατραπεί σε χωματερές, τα ποτάμια και οι λίμνες που κατάντησαν οχετοί, τα δάση μας που γίνονται παρανάλωμα του πυρός, είναι η προσφορά μας στη ΜΑΝΑ γη.

Μόλις πριν από λίγο έλαβα την εφημερίδα και όπως πάντα, διάβασα πρώτα το άρθρο σας. Με αφήσατε άφωνη. Με λίγα λόγια και καυστικά, εκφράσατε τον πόνο των σκεπτόμενων ανθρώπων. Μας υπενθυμίσατε αυτά που ποτέ δεν θα έπρεπε να είχαμε ξεχάσει. Ναι! Οι αρχαίοι μας σέβονταν και λάτρευαν ως θεότητα τη φύση, όπως ακριβώς έκαναν και κάνουν οι ινδιάνοι. Ο λαός που αφουγκράζονταν την ανάσα της γης και θεωρήθηκε από τους λευκούς απολίτιστος, επειδή έτσι τους βόλευε, αγνοώντας φυσικά πόσο απολίτιστοι ήσαν στην πραγματικότητα οι ίδιοι. Χαίρομαι και σας συγχαίρω για τον τρόπο που γράφετε. Που προσπαθείτε να ξυπνήσετε τις συνειδήσεις που βρίσκονται σε κατάσταση ύπνωσης.

Η έλλειψη σεβασμού στη φύση, μας έφερε εδώ που μας έφερε και σαφώς έπονται και χειρότερα. Έχετε απόλυτο δίκιο όταν λέτε πως είμαστε νεοβάρβαροι. Όχι…δεν είμαστε ο λαός που γεννήθηκε από τα ευγενή ιδεώδη των παλαιοτέρων, για τους οποίους έχουμε το θράσος και καυχιόμαστε, μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι τους έχουμε παντελώς προδώσει.

Ότι γράφω, το γράφω κυριολεκτικά εν βρασμό ψυχής. Για αυτό συγχωρήστε με για τα τυχόν λάθη μου. Κάτι πρέπει να κάνουμε… Πριν να είναι πολύ αργά, κάτι πρέπει να κάνουμε!

Με εκτίμηση,

Μαρία Μαυρίδου-Καλούδη.

Συγγραφέας, ποιήτρια, φυσιολάτρης, ζωόφιλη, μητέρα και σύζυγος.»

Παραθέτω ένα μικρό δείγμα απο την ποίηση και τα γραπτά της, ως ελάχιστη ένδειξη εκτίμησης στην ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει την απτή πραγματικότητα που μας περιβάλλει.

Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν.* ………………..11-5-2007 ώρα 11 π.μ.

rubens10

Ο βενετσιάνικος χρωματικώς πλούτος του Ρούμπενς,

αλλόχροο παραλήρημα εντός σου.

Ο συνδυασμός των μορφών του,

εξαΰλωση στην πάρεση του άμεσου χρόνου σου.

Και εσύ…

΄΄ Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν!΄΄

……………………………………………………………………

Η αντίληψη του φωτός του Καραβάτζιο,

εξάχνωση του πνεύματός σου.

Οι πλαστικές μορφές του Μιχαήλ – Αγγέλου,

απέλπιδες χαρακιές, των ονύχων σου.

Και εσύ…

΄΄ Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν!΄΄

……………………………………………………………

Η τρις – χιλιετής σεκόϊα η γιγάντια,

η ακλονήτως ερριζωμένη εν τη γη,

ανέλπιδα χαλεύει δια τον ακρογωνιαίο λίθο μας.

Και εμείς…

΄΄ Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν!΄΄

…………………………………………………………..

Αθωράκιστες οι κορυφές της γης.

Απύρηνα κύτταρα οι οντότητές μας.

Παιδιά της σκόνης οι ελπίδες μας

Και εμείς…

΄΄ Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν!΄΄

………………………………………………………….

Η διαιώνιση του είδους μας,

ωδή στην αλλοτριο-τεκνία μας…

Και εμείς…

΄΄ Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν!΄΄

Φτωχό, στέρφο το κέρας της αίγας Αμάλθειας.

Το περιστέρι από τον Όλυμπο,

αμβροσία και νέκταρ, δεν θα φέρει.

Και εσύ…

΄΄ Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν!΄΄

…………………………………………………………

Μουντό το χρώμα της αύρας μας.

Ψυχολογικά ευνουχισμένος,

απόκληρος λύκος, ο περίγυρός μας.

Και εγώ…

΄΄ Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν!΄΄

* Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν: Κυριολεκτικά = μην κλωτσάς σε μυτερά αντικείμενα. Μεταφορικά= μην τα βάζεις με την εξουσία, μην κλοτσάς την τύχη σου.

Μαρία Μαυρίδου-Καλούδη

Λίγη αξιοπρέπεια, έστω στο θάνατό του…

Ψοφίμι = πτώμα θανόντος ζώου, όχι φονευθέντος, θνησιμαίον, και υβριστικώς ανθρώπου

Ψόφος = φυσικός θάνατος ζώου και χλευαστικώς η, σκωπτικώς, ανθρώπου.

Είναι μερικές από τις ερμηνείες που δίνει το ελληνικό λεξικό και αυτή που χαρακτηρίζει το θάνατο του ζώου.

Το ζώο δεν δικαιούται λίγη αξιοπρέπεια, ούτε στον θάνατο του!

Η λέξη αυτή που είναι χλευαστική, ταπεινωτική, και υβριστική για τον άνθρωπο, για το ζώο είναι αυτή που του πρέπει!

Η λέξη που καθώς μεγαλώναμε, μας έκανε να νοιώθουμε ξεχωριστοί, μια και εμείς θα πεθάνουμε, ενώ αυτό θα ψοφήσει!.

Σαν να λέμε η ασέβεια είναι κάτι που του την οφείλουμε.

Όσοι από εσάς έχετε χάσει ένα ζωάκι, ξέρετε πως αυτή η άθλια λέξη «ψόφησε», δεν βγαίνει εύκολα από το στόμα όταν πρόκειται για τον πιστό μας φίλο. Όσα πόδια και να είχε αυτός. Όμως από φόβο μη παρεξηγηθείτε, εξακολουθείτε στο…ψόφησε.

Κυρίες και κύριοι, εσείς που αγαπάτε τα ζώα και εσείς που θα τα αγαπήσετε, σίγουρα…κάποια στιγμή, κάντε ότι και εγώ. Διαγράψετε δια παντός από το λεξιλόγιό σας αυτή τη λέξη.

Ο θάνατος είναι ένας και η λέξεις, θάνατος, πέθανε, είναι νεκρό, είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής που οφείλουμε στα πλάσματα που εξυπηρετούν τις δικές μας σκοπιμότητες και μας χαρίζουν άδολα την αγάπη τους. Μόνο η μία, η σωστή λέξη είναι αυτή που μπορεί να χαρακτηρίσει την απώλεια που νοιώθουμε, είτε είναι άνθρωπος είτε είναι ζώο. Μην διστάσετε να πείτε «Ο Αζώρ μου πέθανε».

Καμαρώνω για την ελληνική γλώσσα, όμως η λέξη ψόφος σαν ερμηνεία για τον θάνατο των ζώων, δεν θα ήθελα να υπήρχε στο λεξιλόγιο μας.

Μαρία Μαυρίδου-Καλούδη

Τι απέγινε το παντοπωλείο του κυρ Παντελή

Σίγουρα όλοι εμείς οι γκριζομάλληδες, κάποια στιγμή θα αναπολήσαμε εκείνα τα νοσταλγικά μαγαζάκια που έκλεισαν. Εκείνα των παιδικών μας χρόνων που ως  πινελιά ανεξίτηλη, έμειναν χαραγμένα στο νου και στην ψυχή μας. Τα μπακάλικο-καφενεία που μας έστελνε η μάνα μας για να αγοράσουμε τυρί, ρύζι, γάλα, Καμπά, όπως έλεγε η διαφήμιση. Και μαζί με το «Βοκκάκιε! Τα μακαρόνια να ‘ναι Μίσκο!«, θυμόμαστε τον εαυτό μας, μικρά παιδιά να κυλιόμαστε στις αθώες αλάνες της γειτονιάς μας. Θυμόμαστε το χύμα πετρέλαιο, το λάδι, το ούζο, το σπίρτο και τον αγαπημένο παστουρμά σε λαδόκολλα, του παππού. Θυμόμαστε και την μητέρα να μας καλεί από το παράθυρο της κουζίνας, για να μας στείλει να ψωνίσουμε στο μπακάλικο με τις φανταχτερές καραμέλες μέσα στις γυάλες. Έτσι κι εγώ θυμούμαι την μάνα μου και μια λυπούμαι για την γλυκιά εικόνα που δεν υπάρχει πια και μια χαίρομαι γιατί θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που εδέησε ο Θεός, να υπάρχει μέσα μου. «Μαράκι μου! Πήγαινε γρήγορα στον κυρ Παντελή και πες του να σου δώσει ένα ξύδι, ένα αλάτι, οινόπνευμα, και μία μαύρη κουβαρίστρα! Άντε πουλάκι μου…και γρήγορα ε! Α! και πες του να τα γράψει! Θα του τα πληρώσω όταν έρθει η επιταγή από τη Γερμανία, πες του!».

Χοροπηδώντας και με το μυαλό στις γυάλες με τις καραμέλες, έφτανα ως το παντοπωλείο η Ωραία Ελλάς. Και φυσικά, κάθε φορά, μέχρι να φτάσω εκεί, ξέχναγα την παραγγελιά της μάνας μου.

«Τραγουδιστά» μου έλεγε εκείνη που ήξερε. «Θα περπατάς και θα τραγουδάς, ξύδι, αλάτι, οινόπνευμα, κουβαρίστρα. Συνέχεια θα το λες για να μην το ξεχάσεις».

Μία φορά θυμούμαι, ήμουν δεν ήμουν πέντε χρόνων, με σταμάτησαν στο δρόμο κάποια άλλα, μεγαλύτερα παιδιά που ήθελαν να σπάσουν πλάκα μαζί μου.

«Για πού το ‘βαλες Μαράκι ; » με ρώτησαν.

«Στου κυρ Παντελή!» τους απάντησα τραγουδιστά. «Να αγοράσω για την μάνα μου, ξύδι, αλάτι, οινόπνευμα και μαύρη κουβαρίστρα»

«Άντε πάλι!» έκαναν εκείνα δήθεν αγανακτισμένα. «Πάλι το ξέχασες. Σικοβάρα σου είπε η μάνα σου να αγοράσεις. Την ακούσαμε που σου το φώναζε. ΣΙΚΟΒΑΡΑ!  Άντε… πήγαινε τώρα στον κυρ Παντελή και πες του, θέλω ένα κιλό σικοβάρα.»

Πήγα και εγώ το μωρό και ζήτησα σικοβάρα. Αργότερα έμαθα πως αυτό ήταν ένα αστείο που συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια. Ο κυρ Παντελής που με αγαπούσε, χαμογέλασε και με ρώτησε ποιος μου είπε να του το πω. Τα παιδιά του απάντησα και τότε τον είδα να τρέχει έξω. «Παλιόπαιδα!» τον άκουσα να φωνάζει. Τι το γελάτε βρε το μωρό». Ακόμα ηχούν στα αυτιά μου τα γέλια τους. Ακόμα στην ψυχή μου υπάρχει η φωνή του κυρ Παντελή. Τώρα στη θέση του μαγαζιού του υπάρχει μία ακόμη άκομψη πολυκατοικία. Τα παιδιά και τα εγγόνια του τα απορρόφησαν οι πολυεθνικές. Έμαθα πως ο γιος του δουλεύει μεταφορέας σε υπερκατάστημα στην Εθνική Οδό και ο εγγονός του, υπάλληλος στο Λιντλ. Που είσαι κυρ Παντελή να δεις τα καζάντια μας!. Θλίβομαι κάθε φορά που σκέφτομαι πως τα δικά μου εγγόνια θα μεγαλώσουν χωρίς εκείνες τις τρυφερές δικές μας εικόνες . Αλήθεια, ΠOΣΟ ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΥΠHΡΞΑΜΕ… ΕΜΕIΣ… Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝEΧΕΙΑΣ.

Μαρία Μαυρίδου-Καλούδη

Φεγγαρόσκονη

Κείνη την αποφράδα βραδιά,

σε τύλιξε η ζωή με σκόνη φεγγαριού

και σε πήρε από τα μάτια μου.

Μα η ψυχή μου,

αρνούμενη το φευγιό σου,

πήρε το κατόπιν σου.

Ακολούθησε τα ίχνη της φεγγαρόσκονης,

που άφησες στο πέρασμά σου

και σε εντόπισε

σε  μια φωτεινή γωνιά του ορίζοντα.

Είμαι εδώ, μου είπες,

Οι ψυχές δεν χάνονται,

παρά μόνο από τα  μάτια  μας.

…………………………………………

Μαρία Μαυρίδου-Καλούδη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: